Home / ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ / Για μια Ανάλυση της Αυτονομίας: Συνέντευξη με τον Sergio Bologna
1

Για μια Ανάλυση της Αυτονομίας: Συνέντευξη με τον Sergio Bologna

Η παρακάτω συνέντευξη δόθηκε από τον Sergio Bologna στον Patrick Cuninghame τον Ιούνιο του 1995 στην πόλη του Μεξικό για το Movimento ως τμήμα του αφιερώματός του με τίτλο «Η Ιστορία της Ιταλίας του 1968-1977».  Μεταφράσαμε την συνέντευξη από το libcom.org που δημοσιεύτηκε τον Ιούλιο του 2005.

Για μια Ανάλυση της Αυτονομίας

Συνέντευξη με τον Sergio Bologna

Ο Sergio Bologna[1], όντας ένας εκ των ηγετικών διανοούμενων του ιταλικού μαρξιστικού ρεύματος του «εργατισμού», έχει διατηρήσει μια φιλική αλλά και ταυτόχρονα κριτική στάση απέναντι στα κοινωνικά κινήματα των αυτόνομων εργατών, των αυτοοργανομένων φοιτητών, των ριζοσπαστικών φεμινιστριών και της νεανικής αντικουλτούρας που συνέθεσαν την Αυτονομία τη δεκαετία του 1970. Η πραγματεία του πάνω στο Κίνημα του 1977 (στο οποίο η Αυτονομία υπήρξε ένας εκ των κύριων πρωταγωνιστών) με τίτλο Η Φυλή των Τυφλοπόντικων[2], παρέχει μια από τις πιο ολοκληρωμένες αναλύσεις της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής καταγωγής και σύνθεσης ενός εκ των πιο σημαντικών μαζικών πολιτικών και κοινωνικών κινημάτων της Ιταλίας, που αποτελεί την ρίζα του σημερινού εκτεταμένου δικτύου κατειλημμένων κοινωνκών κέντρων και ελεύθερων ραδιοφωνικών σταθμών.

Ο όρος «Αυτονομία» είναι καθεαυτός αμφίσημος καθώς αναφέρεται σε δύο διασυνδεόμενα αλλά αρκετά διακριτά φαινόμενα. Αφενός, η Εργατική Αυτονομία (γνωστή επίσης κι ως Οργανωμένη Αυτονομία, εφεξής ΕΑ) η οποία, όπως δηλώνει το όνομά της, αποτελεί άμεσο απόγονο της εργατίστικης παράδοσης, και προέρχεται από τις επιρροές του περιοδικού Quaderni Rossi (QR) των αρχών της δεκαετίας του 1960. Το περιοδικό αυτό αποτελούσε το εγχείρημα διάφορων διαφωνούντων διανοούμενων του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας (PCI) και του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ιταλίας (PSI) να θεωρητικοποιήσουν, μέσω μιας επανερμηνείας της «εργατικής έρευνας» του Μαρξ, τη «ταξική σύνθεση» και «αυτοαξιοποίηση» του «εργάτη-μάζα» (βλ. σημείωση 14) που έδωσε το παρόν στην έκρηξη της αυτόνομης εργατικής μαχητικότητας κατά τη διάρκεια του «Οικονομικού Θαύματος» και της μαζικής εσωτερικής μετανάστευσης από τον Νότο προς τον Βορρά από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 κι ύστερα. Ο ιταλικός εργατισμός ξεκίνησε να αναδύεται ως ένα πολιτικό και θεωρητικό κίνημα που διατήρησε το δόγμα του PCI περί της «κεντρικότητας των εργατών», όμως κατά τ’ άλλα επέκρινε την οπτική της θυματοποίησης της εργατικής τάξης που διακατείχε τον ορθόδοξο μαρξισμό καθώς και τον ατελέσφορο ρεφορμισμό της Ιστορικής Αριστεράς. Με αυτήν την αφετηρία, μέσω της Classe Operaio (μια πιο ακτιβίστικη εκδοχή των QR), της Potere Operaio Veneto-Emiliano[3] (μια τοπική ομάδα και εφημερίδα αφιερωμένη στους εργοστασιακούς αγώνες στη Βορειοανατολική Ιταλία) και διαμέσου διάφορων τοπικών εργοσταστιακών πρωτοβουλιών, ιδιαίτερα στο εργοστάσιο χημικών του Πόρτο Μαργκέρα, γεννήθηκε το 1969 η εθνική πολιτική οργάνωση Potere Operaio (PO). Η ΡΟ  υπήρξε καθοριστικής σημασίας στην προώθηση μιας συμμαχίας μεταξύ του ελευθεριακού φοιτητικού κινήματος του 1968 και του εκτεταμένου αυτόνομου εργατικού κινήματος που κατέληξε στο Θερμό Φθινόπωρο του 1969. Η PO αυτοδιαλύθηκε το 1973, δεχόμενη πιέσεις αφενός από την επάνοδο του φεμινισμού η οποία προκάλεσε μια κρίση στράτευσης και την αποχώρηση πολλών ακτιβιστριών από τις μάτσο μαρξιστικές ομάδες μετά το 1968 όπως η ΡΟ, η Lotta Continua (LC)[4] κι η Avanguardia Operaia. Οι απολύσεις και η αναδιάρθρωση που προκάλεσε η Πετρελαϊκή Κρίση του 1973, επέτρεψαν στο PCI και τα συνδικάτα να ανακτήσουν τον έλεγχο των μεγάλων εργοστασίων στο βιομηχανικό τρίγωνο του Βορρά, γεγονός το οποίο υπονόμευσε την παρουσία στα εργοστάσια της ΡΟ και των άλλων «ομάδων», παρουσία η οποία ήταν καθοριστικής σημασίας για τη νομιμοποίησή τους καθώς και για τον ίδιο τον λόγο ύπαρξής τους. Ταυτόχρονα, η κορύφωση της αυτόνομης εργατικής μαχητικότητας, η άγρια απεργία και κατάληψη του εργοστασίου FIAT Mirafiori στο Τορίνο τον Μάρτιο του 1973, απέδειξαν ότι οι ομάδες αυτές ήταν περιττές καθώς λίγοι από τους «fazzoletti rossi» (ονομάστηκαν έτσι από τις κόκκινες μπαντάνες που χρησιμοποιούσαν για να κρύψουν τα πρόσωπά τους στις διαμαρτυρίες εντός των εργοστασίων και τις «spazzolate» [επιχειρήσεις-σκούπα] ενάντια σε απεγοσπάστες, επιστάτες και διευθυντές) ήταν ακτιβιστές των οργανώσεων της Νέας Αριστεράς.

Η Εργατική Αυτονομία αναδύθηκε ως ένα λιγότερο δομημένο δίκτυο τοπικών εργοστασιακών και κοινωνικών συλλογικοτήτων στα μέσα της δεκαετίας του 1970, συνδεδεμένες μεταξύ τους μέσω των «ελεύθερων» ραδιοφωνικών σταθμών όπως το Radio Onda Rossa στη Ρώμη και το Radio Sherwood στη Πάδοβα, καθώς και μέσω εκδόσεων όπως το Rosso στο Μιλάνο, το Senza Tregua στη Ρώμη και το Primo Maggio στο Τορίνο. Εδώ, ξανά, κυρίως άντρες διανοούμενοι, όπως ο Antonio Negri κι ο Oreste Scalzone, συνδιαλέγονταν αναφορικά με την ανάδυση ενός νέου κοινωνικού υποκειμένου μέσα από τους αγώνες των αρχών της δεκαετίας του 1970, του «κοινωνικού εργάτη» (βλ. Σημείωση 14), που εντοπίζεται στους ανοιχτούς χώρους του «κοινωνικού εργοστασίου», ενώ ο «εργάτης μάζα» είχε περιοριστεί στους εργοστασιακούς αγώνες. Οι σχέσεις με το φεμινιστικό κίνημα παρέμειναν τεταμένες και οι αυτόνομες[5] γυναικείες συλλογικότητες στέκονταν κριτικά απέναντι στην επιμονή της ΕΑ να χρησιμοποιεί κάποιες αμφιλεγόμενες μορφές πολιτικής πρακτικής των προηγούμενων ομάδων, ιδιαίτερα την μάτσο προδιάθεση για χρήση (μερικές φορές ένοπλης) βίας. Την ίδια στιγμή, αυτές οι αυτόνομες γυναίκες κατηγορήθηκαν από τον φεμινισμό που στοχεύει στην «έγερση της συνείδησης» ότι ήταν περισσότερο μαρξίστριες επαναστάτριες παλαιάς κοπής παρά φεμινίστριες, και έτσι απομονώθηκαν από το κυρίαρχο φεμινιστικό ρεύμα. Η προσπάθεια της ΕΑ να ηγεμονεύσει και να οργανώσει το αντικουλτουριάρικο και μετα-πολιτικό Κίνημα του 1977 βρήκε επίσης σημαντική αντίσταση. Η απαγωγή και δολοφονία του Άλντο Μόρο, ηγετική πολιτική προσωπικότητα των Χριστιανοδημοκρατών και βασικός συνομιλητής με το PCI στο κοινό τους εγχείρημα για τον «Ιστορικό Συμβιβασμό»[6], το 1978 από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες (ΕΤ) νομιμοποίησε τη δρακόντεια κρατική καταστολή, προκαλώντας μια γενικευμένη απόσυρση από την πολιτικό ακτιβισμό προς την ιδιώτευση, ωθώντας έτσι τα πιο ριζοσπαστικά κομμάτια της ΕΑ να εγκαλούν για μια «εντατικοποίηση» της ταξικής πάλης μέσω ένοπλης πάλης και βιομηχανικού σαμποτάζ. Αυτό με τη σειρά του επέτρεψε στο κράτος να εξισώσει αυθαίρετα την ΕΑ με τις ΕΤ, οδηγώντας στις μαζικές συλλήψεις των εκτεθειμένων διανοούμενων της ΕΑ στις 7 Απριλίου το 1979, παρά την πικρή επίκρισή τους προς την «αναχρονιστική, αντιπαραγωγική και μιλιταριστική» προσπάθεια των ΕΤ να ανατρέψουν το κράτος και να καταλάβουν την εξουσία. Το επακόλουθο κυνήγι μαγισσών ενάντια σε διανοούμενους και ακτιβιστές της Αυτονομίας, ενορχηστρωμένο από δικαστές και δημοσιογράφους που βρίσκονταν κοντά στο PCI συγκεκριμένα, οδήγησε σε διάφορα κύματα μαζικών συλλήψεων, προφυλακίσεις έως και πέντε χρόνια με κατηγορίες περί τρομοκρατίας, και την εξορία των βασικών διανοούμενων και ακτιβιστών. Η ΕΑ, ως η επιχειρούμενη επαναστατική νεολενινιστική δομή πρωτοπορίας εντός της ευρύτερης κοινωνικής εξέγερσης, είχε τσακιστεί μέχρι το 1983, μολονότι το συστατικό της «υπόγειο δίκτυο» τοπικών ομάδων και ατόμων επέζησε τον ζοφερό πολιτικό χειμώνα της δεκαετίας του 1980 για συμμετάσχει στην εδραίωση του δικτύου των κατειλημμένων κοινωνικών κέντρων τη δεκαετία του 1990.

Αντίστροφα και συγκεχυμένα, ο όρος Αυτονομία αναφέρεται επίσης στη «διάχυτη» ή «δημιουργική» Αυτονομία, την «αυτονομία του κοινωνικού» που εκπροσωπούνταν από την μάζα των κυρίως αντικουλτουριάρηδων νεολαίων, φοιτητών, άνεργων και ημιαπασχολούμενων νέων, ριζοσπάστριων φεμινιστριών, gay αντρών και λεσβιών, καλλιτεχνών του δρόμου κι εκείνων των απογοητευμένων πρώην μέλη των «ομάδων» της Νέας Αριστεράς που στέκονταν αυξανόμενα επικριτικά ενάντια στον δογματικό μαρξισμό, γνωστοί ως «αδέσποτα σκυλιά». Η ανεργία στους νέους και τους πτυχιούχους έφτασε σε επίπεδα κρίσης στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Πολλοί νέοι επέλεξαν συνειδητά να αποφύγουν ακόμα και να αναζητήσουν εργασία (για να μην αναφέρουμε την «άρνηση εργασίας» στα τέλη της δεκαετίας του 1960). Αυξανόμενα, εγκατέλειπαν τον αποπνικτικό αυταρχισμό της παραδοσιακής ιταλικής πυρηνικής οικογένειας για να ζήσουν συλλογικά, συχνά σε κατειλημμένα σπίτια και διαμερίσματα. Επιβίωναν εν μέρει μέσω της «μαύρης εργασίας» (ο αναπτυσσόμενος μεταφορντικός τομέας επισφαλών, βραχυπρόθεσμων, χαμηλόμισθων, απορρυθμισμένων δουλειών στην μαύρη αγορά) και εν μέρει μέσω μαζικών απαλλοτριώσεων τροφίμων από σουπερμάρκετ και εστιατόρια, αλλά επίσης και μέσω της «αυτομείωσης» σε εισιτήρια λεωφορείων, ροκ συναυλίων και κινηματογράφων. Μέσα σε αυτή τη θάλασσα κολυμπούσε το ψάρι της ΕΑ, αλλά δεν ήταν απαραίτητα ένα ιδανικό περιβάλλον. Οι ασεβείς Μητροπολιτικοί Ινδιάνοι του Κινήματος του 1977 δεν χλεύαζαν ανελέητα μόνο τη θεσμική Αριστερά, αλλά σατίριζαν επίσης και την υπέρμετρη σοβαρότητα της επαναστατικής Αριστεράς και της αντίληψής για τον σημαντικό ρόλο που έδινε στον ίδιο της τον εαυτό, την ίδια της την έννοια και την άσκηση της πολιτικής, οδηγώντας κάποιους να θεωρητικοποιήσουν σχετικά με την ανάδυση μιας «μετα-πολιτικής πολιτικής»[7]. Είναι σημαντικό, ωστόσο, να απομυθοποιήσουμε τους φανταστικούς διαχωρισμούς που φαντασιώνεται ένα κομμάτι του τύπου και της ακαδημίας ανάμεσα στους «ειρηνικούς δημιουργικούς» και τους «βίαιους αυτόνομους». Παρά τις αποκλίνουσες πολιτικές πράξεις και στόχους, φαίνεται να υπήρχε μια σημαντική αλληλεπίδραση μεταξύ των δύο αυτών ειδών της Αυτονομίας, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του Κινήματος του 1977· περαιτέρω απόδειξη ότι η διάκριση μεταξύ πολιτιστικών και πολιτικών κοινωνικών κινημάτων που επιβάλλεται από κοινωνιολόγους όπως ο Melucci[8] είναι μάλλον περισσότερο τυπική παρά πραγματική.

Στην παρούσα συνέντευξη, ο Bologna σκιαγραφεί μια «εργατίστικη» μεθοδολογία για την ανάλυση της ιστορίας και της ταξικής σύνθεσης των αυτόνομων εργατικών κινημάτων στην Ιταλία, βασισμένη στην αλληλοσχέτιση μεταξύ των πολιτικών ελίτ, των διανοούμενων και των μαζικών κινημάτων, του «αυθορμητισμού» και της οργάνωσης μικροσυστημάτων πάλης μέσα σε τρεις γενιές πολιτικών μιλιτάντηδων βάσης, από τη δεκαετία του 1950 έως κι αυτή του 1980.

——————————–

Cuninghame: Πώς μπορούμε να αναλύσουμε την ιστορία του ιταλικού κινήματος της δεκαετίας του 1970, την Αυτονομία;

Bologna: Χρησιμοποιώντας την ίδια μεθοδολογία που χρησιμοποιήσαμε για να αναλύσουμε τα ιστορικά φαινόμενα των ευρωπαϊκών κομμάτων και κινημάτων των δεκαετιών του 1920 και 1930. Προσπαθούσαμε πάντοτε να διακρίνουμε ξεκάθαρα τις συμπεριφορές και τις εκφράσεις της ιστορίας των πολιτικών ελίτ (ιδεολογικών ή οργανωτικών) από εκείνες των αυθόρμητων κινημάτων, από εκείνο το οποίο αποτελούσε μια πραγματική ταξική σύνθεση, των μαζών, ή μιας ομάδας, μιας γειτονιάς, ενός εργοστασίου και ούτω καθεξής. Να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τη σχέση ανάμεσα σε αυτά τα δύο πράγματα, χωρίς ποτέ να ξεχνάμε ότι πρόκειται για δύο τελείως διακριτά επίπεδα. Συνεπώς, πιστεύω ότι πρέπει να εφαρμόσουμε την ίδια μέθοδο και στη δική μας ιστορία. Πρέπει να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε σε ποιό βαθμό εμείς, ως διανοούμενοι και μιλιτάντηδες, εκπροσωπούσαμε μια πολιτική ελίτ· δηλαδή, ένα πολιτικό στρώμα η ιστορία του οποίου είναι ουσιαστικά πεπλεγμένη, αλλά όχι ίδια, με την ιστορία των κινημάτων.

Προσπαθούμε μερικές φορές να ερμηνεύσουμε και άλλες να προβλέψουμε. Κάποιες φορές έχουμε μια καλύτερη ικανότητα να προτείνουμε νέες προοπτικές ή να δώσουμε μια ταυτότητα στο κίνημα. Όμως, τις περισσότερες φορές, θα έλεγα, ήμασταν εμείς εκείνοι οι οποίοι παίρνουμε πράγματα. Αρχικά, υπήρχε μια ικανότητα, μια δημιουργικότητα στη βάση και, συνεπώς, μια αυτοοργανωτική δυνατότητα, μια συνείδηση, και πάνω απ’ όλα μια γνώση, μια πολιτική τεχνογνωσία, η οποία έθετε σε κίνηση συστήματα αγώνα και οργανωτικά συστήματα που μας τροφοδοτούσαν. Με άλλα λόγια, μια σειρά από πτυχές της πραγματικότητας μας προτάθηκαν και πάνω σε αυτές στοχαστήκαμε. Ταυτόχρονα, προτάθηκαν επίσης μια σειρά από υποκειμενικές συμπεριφορές, σύγχρονες κουλτούρες, εντάσεις, εγχειρήματα, τα οποία ίσως αργότερα προσπαθήσαμε να τα ιδεολογικοποιήσουμε εκ των υστέρων, ή να τα εντάξουμε σε ένα ευρύτερο πρόγραμμα, σε μια ευρύτερη εικόνα, ή ακόμη και να τα εντάξουμε σε ένα δίκτυο. Οπότε, πιστεύω ότι η βασική μέθοδος είναι εκείνη του να κρατάς τους δύο αυτούς πόλους πάντοτε διαχωρισμένους και να προσπαθείς να αναγνωρίσεις τη διαλεκτική, με την έννοια ότι είναι δύο διακριτοί πόλοι. Όμως, η πραγματική ιστορία είναι λίγο-πολύ η ιστορία των συναντήσεων και των αποχωρισμών τους.

Cuninghame: Μεταξύ των ελίτ και των μαζών;

Bologna: Όχι, δεν πρόκειται για τις μάζες, και αυτό είναι ένα σημαντικό σημείο. Δεν ισχυριζόμαστε ότι είναι δυνατό να μιλήσουμε για το κίνημα σαν ένα απροσδιόριστο φαινόμενο. Για παράδειγμα, οι πρώτες αυτόνομες, ανεξάρτητες, αυτοοργανωμένες άγριες απεργίες, ίσως σε έναν μόνο κλάδο, στη FIAT, την Pirelli, την Innocenti[9], και σε όλα τα μεγάλα εργοστάσια στις αρχές της δεκαετίας του 1960, δεν έγιναν από τις μάζες. Αντ’ αυτού, υπήρξαν το αποτέλεσμα μιας πολύ εξεζητημένης πολιτικής ιστορίας εργατικών στελεχών και μιλιτάντηδων, οι οποίοι μεταλαμπάδευσαν την κληρονομιά μιας συγκεκριμένης πολιτικής κουλτούρας στις εργατικές ομάδες. Και, συνεπώς, είχαν επιτύχει στο να δημιουργήσουν συστήματα αγώνα, ίσως πολύ μερικά, πολύ τοπικά, αλλά το οποία ήταν ήδη πολιτικά ώριμοι οργανισμοί. Οπότε, όταν ερχόμαστε σε επαφή με ένα μαζικό κίνημα, στην πραγματικότητα δημιουργούμε μια σχέση με οργανισμούς που είναι ήδη πολιτικά ώριμοι. Αυτό, συνεπώς, αλλάζει εντελώς την οπτική η οποία θέλει την πολιτική ελίτ ένα ενεργό υποκείμενο και το μαζικό κίνημα ένα παθητικό υποκείμενο: την πολιτική ελίτ, ένα είδος στρώματος προικισμένο με γνώση και, αντ’ αυτού, το μαζικό κίνημα, ένα στρώμα προικισμένο μόνο με ευχές, επιθυμίες, εντάσεις κλπ. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια διαλεκτική σχέση: το μαζικό κίνημα, το οποίο είναι ήδη προικισμένο με γνώση, το οποίο ήδη διαθέτει ένα μάλλον ανεπτυγμένο σύστημα πολιτικής γνώσης, πολιτικής τεχνογνωσίας, ικανό να παράγει συστήματα αγώνα τα οποία προφανώς διαχωρίζονται από τα συνδικάτα, από το κόμμα, και τα οποία μπορούν να μας προσφέρουν… την αρχή αυτής της ανταλλαγής ανάμεσα στην ιντελλιγκέντσια και τους μιλιτάντηδες.

Μ’ αυτή την έννοια, θεωρώ ότι ο καλύτερος δάσκαλος αυτού του τρόπου ερμηνείας των γεγονότων είναι ο Danilo Montaldi[10]. Η θεμελιακή έννοια (αυτής της ερευνητικής μεθόδου) είναι η εξής: ο αυθορμητισμός δεν υπάρχει. Εκείνο που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «αυθορμητισμό» είναι, στην πραγματικότητα, ο σχηματισμός μικροσυστημάτων αγώνα τα οποία είναι ήδη πολύ πολιτικά ώριμα, επειδή έχουν καθοριστεί από μια γενιά μιλητάντηδων που προέρχονταν από την Αντίσταση. Ή αλλιώς, ήταν εργάτες μιλιτάντηδες οι οποίοι είχαν ήδη υπάρξει συνδικαλιστικοί ηγέτες, οι οποίοι διαχωρίστηκαν από τα συνδικάτα ατομικά και σταδιακά, σιωπηλά, και ανέπτυξαν τη δική τους αυτονομία. Αλλά είναι άνθρωποι, είναι μια γενιά και οπότε, πιθανώς, είναι επίσης και ένα είδος πολιτικής ελίτ, ήδη πολύ ώριμης. Έτσι, οι πρώτες επιτροπές βάσης (εφεξής, ΕΒ) στην Pirelli σχηματίστηκαν από πρώην αντιπροσώπους της CGIL[11] και πρώην τοπικούς ηγέτες του CPI. Πράγματι, ο Montaldi έγραψε αυτό το υπέροχο βιβλίο, με τίτλο Militanti Politici di Base (Πολιτικοί Μιλιτάντηδες Βάσης), όπου κατέγραψε την ιστορία και τη θεωρία αυτού του στρώματος, αυτής της γενιάς επαναστατών μιλιτάντηδων, σχεδόν όλοι τους εργάτες, ή, σε αντίθετη περίπτωση, συνδεδεμένοι με τους αγώνες των αγροτών. Είχαν μια τέτοια βαθιά πολιτική κουλτούρα, μια τέτοια ουσιαστική ικανότητα να θέτουν σε κίνηση οργανωτικά συστήματα, συστήματα πάλης, τα οποία, σύμφωνα με τον Montaldi -και έχει απόλυτο δίκαιο σε αυτό το σημείο- αποτελούν την πραγματική μαγιά, την πραγματική ορμή των αγώνων εκείνων οι οποίοι εμφανίστηκαν πριν από τα Quaderni Rossi και κατά τη διάρκεια αυτών[12]. Συνεπώς, τα Quaderni Rossi υπήρξαν μια προσπάθεια κατανόησης αυτών των πραγμάτων και θεωρητικοποίησης τους. Ωστόσο, εντός των Quaderni Rossi, σύμφωνα με τον Montaldi κι επίσης πολλούς ακόμα, μόνο λίγοι, συγκεκριμένα ο Romano Alquati, είχαν την ικανότητα να κατανοήσουν αυτά τα πράγματα, ενώ οι υπόλοιποι βρίσκονταν τελείως εκτός τόπου και χρόνου, κατά τη γνώμη μου. Δεν έθεταν καν αυτό το πρόβλημα.

Cuninghame: Και ο Panzieri;

Bologna: Ο Panzieri, ας πούμε, και ναι και όχι. Πάνω απ’ όλους, ήταν ο Alquati  εκείνος ο οποίος αποτελούσε τον εκπρόσωπο αυτής της γνώσης του ότι υπάρχει ένα εκλεπτυσμένο σύστημα πολιτικής συνείδησης στο επίπεδο της βάσης.

Οπότε, σ’ αυτή τη βάση μπορούμε επίσης να αναλύσουμε την Αυτονομία. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι πρέπει να θεωρήσουμε την ομάδα του Negri ή του Oreste Scalzone ή την Ρωμαϊκή Αυτονομία (δηλαδή, όλα κομμάτια του κινήματος γνωστού ως Οργανωμένη Αυτονομία), ως την πολιτική ελίτ η οποία διατεμνόταν με ένα πραγματικό κίνημα. Και, συνεπώς, πρέπει να αποτυπώσουμε την ιστορία αυτού του πραγματικού κινήματος, κάτι που είναι πολύ δύσκολο να γίνει… για να διαχωρίσουμε ξεκάθαρα την ελίτ από το πραγματικό κίνημα… επειδή τα ίδια προβλήματα εγείρονται και με το κίνημα των δεκαετιών του 1950 και του 1960, με την έννοια ότι, όπως και τότε, μπορούμε να πούμε ότι υπήρχε η παρουσία ενός δικτύου μιλιτάντηδων στη βάση, πολιτικών ακτιβιστών βάσης, με ένα υψηλό επίπεδο πολιτικής τεχνογνωσίας, αλλά που ήταν σχεδόν όλοι τους προλετάριοι. Με άλλα λόγια, κάνεις τους δεν ήταν διανοούμενος. Βρίσκονταν όλοι τους στους εργοστασιακούς ή τους αγροτικούς αγώνες.  Πρέπει να δούμε τι σύνθεση (κοινωνική, διανοητική, πολιτική) είχε το Κίνημα του 1977[13], κάτι το οποίο δεν είναι και πολύ εύκολο, επειδή, προφανώς, αποτελούσε ένα είδος τόσο σύνθεσης όσο και υπέρβασης τριών γενιών κινημάτων.

Η πρώτη γενιά των κινημάτων αυτών ήταν εκείνη στην οποία αναφέρθηκα παραπάνω, απο τη δεκαετία του 1950 έως και τα μέσα αυτής του 1960. Αυτή τη γενιά αναπαρήγαγε το είδος των αυτόνομων εργατικών αγώνων τα οποία είχαν θεωρητικοποιήσει τα Quaderni Rossi κι η Classe Operaia[14]. Απο το 1966/1967, σχηματίστηκε μια δεύτερη γενιά, εκείνη η οποία έγινε η γενιά του 1968 και η οποία, σε αντίθεση με την πρώτη γενιά, δεν προερχόταν από την κομμουνιστική ιστορία ή παράδοση. Με το 1967/68 διαμορφώθηκε η γενιά της Νέας Αριστεράς· δηλαδή, των μιλιτάντηδων οι οποίοι είχαν μάθει την γλώσσα του ανταγωνισμού, της επανάστασης, εν μέρει από εμάς. Κι εδώ είναι που ο ρόλος μας έγινε πράγματι σημαντικός. Ο ρόλος μας δεν υπήρξε σημαντικός κατά τη διάρκεια της πρώτης φάσης, στο είδος των εργατικών αγώνων που είχαμε θεωρητικοποιήσει από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 έως και τα μέσα αυτής του 1960. Ο ρόλος μας έγινε σημαντικός στα κινήματα του 1968, τα οποία δεν ήταν εργατικά αλλά φοιτητικά. Τότε η πολιτική ελίτ έπαιξε πράγματι έναν ρόλο πρωτοπορίας.

Η σύνθεση όλων αυτών έγινε το 1969, όταν η εργατίστικη πολιτική ελίτ εισήγαγε μια στρατηγική στο κίνημα του 1968 η οποία κατάφερε να επικρατήσει, ενώ οι υπόλοιπες αντιεξουσιαστικές ελίτ στην ουσία ηττήθηκαν και περιθωριοποιήθηκαν. Ήταν το 1969, όταν ολόκληρο το κίνημα βρέθηκε μπροστά από τις πύλες της FIAT, που είχαμε κερδίσει. Η νίκη της τάσης του εργατισμού ώθησε το σύνολο του φοιτητικού κινήματος να θέσει ως μέτρο του τους εργατικούς αγώνες. Η τάση του εργατισμού ήταν πολύ πιο ανεπτυγμένη, ισχυρότερη από θεωρητική άποψη και είχε μια μεγαλύτερη πολιτική τεχνογνωσία επειδή γνώριζε για τους εργατικούς αγώνες, ενώ οι άλλες τάσεις όχι. Έτσι, κατάφερε να  επιτύχει έναν διάλογο με τους εργατικούς αγώνες και την ιστορία τους, ενώ οι άλλοι όχι. Σ’ αυτό το σημείο, επίσης το μαζικό κίνημα, το εργατικό κίνημα, το οποίο είχε κινητοποιηθεί από τους παλιούς πολιτικούς μιλιτάντηδες, είδε την άφιξη μιας δεύτερης γενιάς εργατών. Έτσι, σχηματίστηκαν διάφορες πολιτικές γενιές εργατών διαμορφώθηκαν στα εργοστάσια.

Cuninghame: Αυτοί θα ήταν ο «εργάτης-μάζα»[15];

Bologna: Αυτοί υπήρξαν ακριβώς οι εργάτες-μάζα του 1968 μέχρι και το 1973, ή πιθανώς έως και τη δεκαετία του 1980. Ή ακόμη κι εκείνοι οι οποίοι ακόμα αντιστέκονται σήμερα, επειδή αυτή η ιστορία της πραγματικής αυτονομίας των εργατών, των «επιτροπών βάσης», των εργατών του 1968, υπάρχει ακόμα σε μερικά εργοστάσια, για παράδειγμα στην Alfa Romeo στο Μιλάνο. Οι ηγέτες των σημερινών ΕΒ στην Alfa Romeo είναι ηγέτες οι οποίοι αναδύθηκαν το 1969/1970. Οπότε, είναι άνθρωποι με μια ιστορία 20-25 ετών πάλης, που έχουν απολυθεί και επαναπροσληφθεί πέντε ή έξι φορές. Αποτελούν μια πολιτική τάξη, όμως εργατών και όχι διανοούμενων. Αποτελούν πραγματικά μαζικούς πολιτικούς ηγέτες από κάθε άποψη.

Cuninghame: Ποιά είναι η διαφορά μεταξύ μιας ιντελλιγκέντσιας και των αυτο-μορφωμένων εργατών;

Bologna: Η ιντελλιγκέντσια, σ’ αυτή την περίπτωση, είναι αναγκασμένη να αναζητά συνεχώς μια μορφή μεσολάβησης. Αργότερα, τα πράγματα αλλάξανε. Εδώ μιλάμε ακόμα για την περίοδο στην οποία ο κοινός παρονομαστής ήταν αυτή η σχέση ανάμεσα στο εργατικό κίνημα και το κίνημα της αυτονομίας των εργατών και της ελίτ των εργατιστών, πες το όπως θες. Αυτό που συνέβη μετά τους μεγάλους εργατικούς αγώνες του 1969-1973, μετά από αυτό τον κύκλο, ήταν κάτι το πολύ ενδιαφέρον. Επειδή το 1969 στην Ιταλία είχε τεθεί σε κίνηση μια διανοητική επανάσταση μέσα σε διάφορα κοινωνικά στρώματα, στο επίπεδο διάφορων επαγγελματικών λειτουργιών και κλάδων. Υπήρξε ένας πλήρης μετασχηματισμός με αγώνες στα νοσοκομεία, στο πεδίο της ιατρικής και ούτω καθεξής. Εν μέρει και στους καλλιτέχνες και τους διανοούμενους. Σ’ αυτό το σημείο, ένα μεγάλο κομμάτι της αστικής τάξης, ή αν προτιμάς, τα φιλελεύθερα επαγγέλματα όπως οι δικηγόροι κι οι δικαστές, ενεπλάκησαν στο κίνημα· για παράδειγμα, υπήρχαν «δημοκρατικοί δικαστές»[16].

Συνεπώς, η ιντελλιγκέντσια απλώθηκε και έγινε μια διάχυτη διάνοια, η οποία έδρασε όχι σαν μια πολιτική, λενινιστική ιντελλιγκέντσια -αυτό είναι ένα σημείο ζωτικής σημασίας και πρέπει να γίνει κατανοητό- προς την εργατική τάξη. Αντ’ αυτού, έδρασε σαν μια νέα ιντελλιγκέντσια εντός των επαγγελμάτων. Ένας γιατρός μπορούσε να στήσει μια συνέλευση, μια επιτροπή βάσης γιατρών, και να ξεκινήσει να δημιουργεί μια εναλλακτική ιατρική, να ξεκινήσει αγώνες ενάντια στην ιατρική ιεραρχία, ενάντια στις φαρμακοβιομηχανίες και τη φαρμακολογική ιατρική, ενάντια στην ιεραρχική σχέση μεταξύ γιατρού και ασθενή. Έτσι, ξεκίνησε αυτή η μακρά πορεία εντός των ιατρικών ιδρυμάτων, η οποία υπήρξε, κατά την άποψη μου, μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές της ιταλικής επανάστασης, και δημιουργήθηκε από τον Basaglia[17], τον Maccacaro και τον Terziamboli. Έχουμε τα ονόματα σπουδαίων επιστημόνων οι οποίοι μετασχημάτισαν κάποιες πτυχές, τουλάχιστον για μια συγκεκριμένη περίοδο, του κόσμου της νοσοκομειακής ζωής και της ιταλικής ιατρικής. Το ίδιο συνέβη και μεταξύ των δικαστών και των δικηγόρων· κάτι έγινε μεταξύ των καλλιτεχνών αλλά ήταν μικρό, και ακόμη μικρότερο μεταξύ των συγγραφέων, με ελάχιστες εξαιρέσεις όπως ο Balestrini[18]. Αυτά υπήρξαν ένα φαινόμενο με σπουδαιότατη σημασία.

Θεωρώ ότι η έκδοση η οποία αναπαριστούσε καλύτερα αυτό το φαινόμενο, επίσης των διεπιστημονικών διανοούμενων οι οποίοι χρησιμοποίησαν τη τεχνική τους γνώση για να ανατρέψουν τη στάση των καπιταλιστικών επιστημών και της τεχνολογίας στο σύνολό της, ήταν το περιοδικό Sapere [Γνώση], με συντάκτη τον Maccacaro. Εγώ υπήρξα ο μόνος εκπρόσωπος του κλασσικού εργατισμού που έχει συμμετάσχει σε αυτό το περιοδικό. Ωστόσο, κατάφερα, καταφέραμε, να επηρεάσουμε τη θέση του περιοδικού επειδή είχαμε τη δική μας ιδιαίτερη άποψη για τη τεχνολογία, την επιστήμη, η οποία άποψη ήταν πολύ πιο ξεκάθαρη, πολύ πιο συστηματική, αν προτιμάς. Ήταν το πρώτο περιοδικό που άνοιξε ένα οικολογικό και περιβαλλοντικό ντιμπέιτ στην Ιταλία πάνω σε μια επιστημονική βάση, εντελώς διαφορετική από εκείνη των οικολόγων της δεκαετίας του 1980, επειδή η βασική αρχή της οικολογικής μας στάσης ήταν ότι η οικολογία ξεκινάει πρώτα απ’ όλα με την εκμετάλλευση της ανθρώπινης εργασίας. Γι’ αυτό τον λόγο ξεκινήσαμε με τη τοξικότητα στο εσωτερικό των εργοστασίων.

Ένας εκ των πρωταγωνιστών αυτού του αγώνα εντός του περιοδικού και του ιταλικού κινήματος υπήρξε ο Luigi Marra, ένας τεχνικός από το Montedison[19] στην Castellanza, ο οποίος ήταν στέλεχος (και)… η πιο ιδιαίτερη φιγούρα της πραγματικής αυτονομίας των τελευταίων είκοσι ετών στην Ιταλία. Είναι ένας τεχνικός εργαστηρίου που έχασε και τα δύο του χέρια σ’ ένα εργατικό ατύχημα (μια έκρηξη), κι έκτοτε έχει αφιερώσει τη ζωή του στον αγώνα ενάντια στην τοξικότητα και τους άλλους κινδύνους μέσα στα εργοστάσια. Έχει συσσωρεύσει μια αξιοθαύμαστη ποσότητα γνώσεων πάνω σ’ αυτό το θέμα, με τη βοήθεια πολλών επιστημόνων, ερευνητών φυσικής, βιολόγων και γιατρών.

Το 1976, στο εργοστάσιο χημικών ICMESA στο Seveso έγινε μια έκρηξη που μόλυνε μια ευρεία περιοχή με μεγάλες ποσότητες διοξίνης, μια ιδιαίτερα τοξική ουσία, και υπήρξε το πρώτο μεγάλο οικολογικό ατύχημα πριν το Μποπάλ και το Τσερνόμπιλ. Ήταν η πρώτη φορά που η κοινή γνώμη έμαθε για το ενδεχόμενο μιας οικολογικής καταστροφής. Κανένας από τους επιστήμονες που έστειλε ο ΟΗΕ και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι το πρόβλημα ήταν η διοξίνη. Την πρώτη εβδομάδα έψαχναν στα τυφλά. Εκείνοι οι οποίοι ανακάλυψαν ότι το πρόβλημα ήταν η διοξίνη ήταν οι εργάτες, ονομαστικά οι εργάτες εκείνοι που είχε οργανώσει ο Luigi Marra, οι οποίοι, κατανοώντας απόλυτα τις χημικές διαδικασίες και τα πιθανά ατυχήματα που θα μπορούσαν να προκληθούν από τις διαδικασίες αυτές, ρώτησαν τους εργάτες της ICMESA που δεν ήθελαν να μιλήσουν, που φοβόντουσαν. Κατάφεραν, μαζί με τους εργάτες της ICMESA, να ανασκευάσουν το σύνολο του παραγωγικού κύκλου, να απαριθμήσουν όλα όσα συνέβησαν -ποιος ο λόγος ύπαρξης της βαλβίδας αυτής και πως αντίδρασε- και τελικά κατάλαβαν ότι η μόνη ουσία που θα μπορούσε να έχει παραχθεί απ’ το ατύχημα ήταν η διοξίνη. Οπότε, αυτή υπήρξε μια επίδειξη τεχνοεπιστημονικής ικανότητας υψηλού επιπέδου. Αυτή υπήρξε η οικολογική μας μάχη, όχι σαν αυτούς τους μαλάκες τους Πράσινους[20]!

Και έτσι φτάνουμε στο 1975-1977. Το Κίνημα του 1977 ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό. Ήταν ένα νέο και ενδιαφέρον κίνημα επειδή, πρώτον, δεν είχε πράγματι ρίζες σε προηγούμενα κινήματα, ή αν είχε, ήταν με έναν πολυσύνθετο τρόπο. Είχε ξεκάθαρα μια άλλη κοινωνική βάση, διαφορετική τόσο από το 1968 όσο και το 1973. Η κοινωνική του σύνθεση βασίζονταν στη νεολαία η οποία είχε διαχωριστεί ή και απορρίψει τις πολιτικές ελίτ, συμπεριλαμβανομένων των ελίτ του 1968, συμπεριλαμβανομένων οπότε και των ομάδων της  Lotta Continua και της Οργανωμένης Αυτονομίας. Συνεπώς, δεν διαχωρίστηκε μόνο από το παραδοσιακό κομμουνιστικό κίνημα, αλλά κι απ’ το 1968. Διαχωρίστηκε ακριβώς από το όραμα του κομμουνισμού, τη στιγμή που, στην τελική, κι οι εργατιστές θεωρούσαν τους εαυτούς τους ως τους «πραγματικούς κομμουνιστές». Το Κίνημα του 1977 δεν ήθελε απολύτως να είναι «πραγματικά κομμουνιστικό».

Cuninghame: Και είχαν ακόμη την οποιαδήποτε πρόθεση να «πάρουν την εξουσία»;

Bologna: Όχι, θα έλεγα πως σίγουρα όχι. Δεν είχαν καμία πρόθεση να πάρουν την εξουσία. Υπό αυτή την έννοια, ήταν το πιο αντιλενινιστικό κίνημα που υπήρξε. Είχε όντως, ωστόσο, μια πολύ ισχυρή συλλογική γνώση. Είχαν διαβάσει πολλά περιοδικά όπως το Il Sapere και ήταν ήδη μια… γενιά όπου η τεχνοεπιστημονική σκέψη κι οι υπολογιστές έπαιζαν ήδη έναν πολύ σημαντικό ρόλο. Η τεχνοεπιστημονική ελίτ μετρούσε περισσότερο απ’ ότι η πολιτική ελίτ στο εσωτερικό του Κινήματος του 1977.

Τι σχέση είχε η Αυτονομία, συγκεκριμένα η ομάδα Νέγκρι, ή ακόμη και το Primo Maggio[21], με αυτό το κίνημα, εν συγκρίσει με όλες τις άλλες μαρξιστικές-λενινιστικές, μαοϊκές πολιτικές ελίτ ή ομαδές όπως η Lotta Continua; Γιατί υπήρξαμε οι μόνοι που σταθήκαμε ικανοί να συνομιλήσουμε με το Κίνημα του 1977; Ίσως επειδή καταφέραμε να κατανοήσουμε ποια υπήρξε η ουσιαστική φύση αυτού του κινήματος; Καταφέραμε, συνεπώς, να κατανοήσουμε καλύτερα από τους υπόλοιπους ότι αυτό το κίνημα παρενέβησε όλους τους κανόνες, και καθώς δεν υπήρξαμε ποτέ κι οι ίδιοι ιδιαίτερα προσκολλημένοι στους κανόνες, μπορούσαμε να το ερμηνεύσουμε καλύτερα από άλλους, να το κατανοήσουμε ή και να το αποδεχτούμε καλύτερα από άλλους.

Cuninghame: Είχατε μια σχέση ηγεσίας με αυτό το κίνημα;

Bologna: Πιθανώς μερικοί προσπάθησαν να έχουν. Η Οργανωμένη Αυτονομία σίγουρα το προσπάθησε και στην Ρώμη ίσως ακόμη και να το κατάφεραν μερικές φορές. Σίγουρα το κατάφεραν στην Πάδοβα. Η Ρώμη κι η Πάδοβα υπήρξαν οι μόνες δύο πόλεις όπου η Οργανωμένη Αυτονομία έγινε αδιαχώριστη από το κίνημα. Όμως, εν γένει, θα έλεγα ότι σαν κίνημα ήταν κάτι διαφορετικό. Οπότε, η Οργανωμένη Αυτονομία, πέρα απ’ τη Ρώμη και την Πάδοβα, εκπροσωπούσε περισσότερο μια προσπάθεια ερμηνείας, διαμόρφωσης μιας ταυτότητας ή απόδοσης προοπτικών, περισσότερο συνθήματα παρά οτιδήποτε άλλο. Το Primo Maggio δεν ήταν καν πολιτική ελίτ. Καλύτερα, είχαμε αρνηθεί τον ρόλο μας ως μια πολιτική ελίτ για να θέσουμε αντ’ αυτού τον εαυτό μας στον ρόλο της τεχνοεπιστημονικής ιντελλιγκέντσιας η οποία έσκαβε εντός των γνωστικών πεδίων. Δηλαδή, θέλαμε να σκάψουμε εντός του ιστορικού γνωστικού πεδίου για να γράψουμε την ιστορία με άλλο τρόπο. Διαβάζεις το Primo Maggio και δεν είναι ένα πολιτικό περιοδικό, με την έννοια ότι είναι ένα περιοδικό… για τον μετασχηματισμό της ιστορικής μεθοδολογίας. Με την έννοια του μετασχηματισμού επίσης γλώσσας της ιστοριογραφίας, η οποία έχει μια τεράστια σημασία στην πολιτική γλώσσα.

Cuninghame: Ο μεταμοντερνισμός έχει κάτι να προσφέρει σαν μια μεθοδολογία για την ανάλυση της Αυτονομίας;

Bologna: Σίγουρα το Κίνημα του 1977 και αρκετοί από τους διανοούμενους που συνδέθηκαν με την Αυτονομίας είχαν διαβάσει, ειδικά, Φουκώ με μεγάλο πάθος. Μερικές φορές, ταυτίζονταν περισσότερο με τον Foucault παρά με τον Marx ή τον Lenin, και αυτό είναι προφανώς πολύ σημαντικό. Είχε ανοίξει μια συζήτηση.

Τελικά, το θεμελιώδες στοιχείο που χρήζει αποσαφήνισης ή να τεθεί ως ερώτημα, είναι: Τι ήταν η Αυτονομία; Τι καταλαβαίνουμε σαν Αυτονομία; Ποιος ο ορισμός της; Επειδή, ενυπάρχει πάντα ο κίνδυνος να παρερμηνεύσουμε την Αυτονομία σαν μια πολιτική ελίτ, σαν ένα νέο είδος πολιτικής σκέψης, σαν τον ορισμό ενός μαζικού κινήματος, σαν τί; Είναι, οπότε, πολύ δύσκολο. Από πού μπορούμε να ξεκινήσουμε; Πιστεύω ότι το πρώτο πράγμα που πρέπει να πούμε είναι ακριβώς να συγκεκριμενοποιήσουμε, να διατυπώσουμε αυτές τις διαφορές, βασικά μεταξύ των διαφορετικών επιπέδων. Ως αποτέλεσμα, έχουμε κατά καιρούς αποκαλέσει Αυτονομία όλα αυτά τα τρία ή τέσσερα πράγματα μαζί. Συνεπώς, πρέπει να υποθέσουμε ότι αυτή η λέξη, «αυτονομία», είναι ταυτοχρόνως πολύ σύνθετη αλλά επίσης και υπερβολικά αμφίσημη. Εκείνο που έχει σημασία είναι να μην δημιουργούμε μέσω αυτής της αμφισημίας κάποιες σοβαρές αντιφάσεις. Έχοντας κατά νου ότι στην πραγματικότητα η ιδέα της Οργανωμένης Αυτονομίας, ιδίως η ιδέα του Toni Negri, είναι ένα σύστημα σκέψης το οποίο, κατά μια έννοια, έχει θεωρητικοποιήσει την ασάφεια. Ακριβώς σ’ αυτό το σημείο: τη σχέση μεταξύ των πολιτικών ελίτ, της ιδεολογίας και του κινήματος. Αυτή η προσπάθεια άρνησης του λενινισμού, της έκφρασης ότι ουσιαστικά οι πολιτικές μορφές του σήμερα είναι δυναμικές πολιτικές μορφές οι οποίες ανοίγουν και κλείνουν, οι οποίες δεν είναι αέναες. Προφανώς, ήταν ένας τρόπος απόκρυψης, ας πούμε, της διαλεκτικής μεταξύ της πολτικής ελίτ και του κινήματος. Οπότε, πρέπει κανείς να είναι πολύ προσεκτικός, θεωρώ, ακριβώς σ’ αυτό το είδος προσδιορισμού, αλλιώς γίνεται ένα χάος. Κι όχι μόνο αυτό, άλλα υπάρχει και ο κίνδυνος να πάρουμε το Θεώρημα Calogero[22]  και ασυναίσθητα να το αναπαράγουμε. Ο Calogero υπερπροσδιόρισε και μεγαλοποίησε σε τεράστιο βαθμό τον ρόλο της Οργανωμένης Αυτονομίας, ανατρέποντας ριζικά την ιστορική σχέση, ισχυριζόμενος: «Η Αυτονομία ευθύνεται γι’ όλα αυτά». Η ιστορία δείχνει ακριβώς το αντίθετο: όλα αυτά εξηγούν την Οργανωμένη Αυτονομία, και όχι το αντίστροφο. Συνεπώς, αν δεν δώσουμε προσοχή σε αυτή τη διάκριση, έμμεσα, ασυναίσθητα, αναπαράγουμε το Θεώρημα του Calogero.

Σημειώσεις:

  1. Βιογραφία (βασισμένη στο Σέρτζιο Μπολόνια, «Workerist Publications and Bios» στην ανθολογία Sylvère Lotringer & Christian Marazzi (eds.), Autonomia: PostPolitical Politics, εκδόσεις Semiotext(e), 1980, σελ. 180): Ο Σέρτζιο Μπολόνια συμμετείχε στα Quaderni Rossi και Cronache Operaie το 1964, πριν ιδρύσει την Classe Operaia μαζί με τους Mario Tronti, Toni Negri και Romano Alquati. Ως υπάλληλος στην Olivetti, συμμετείχε στις πρώτες προσπάθειες για την οργάνωση σε σωματείο των νέων υπαλλήλων γραφείου [white-collar workers] στους τομείς των ηλεκτρονικών και της επεξεργασίας δεδομένων. Το 1966, ξεκίνησε να διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Τρέντο και συνέβαλλε στα Quaderni Piacentini. Στα τέλη του 1968 συνέταξε τα δύο πρώτα τεύχη του Linea di Massa. Μαζί με τους Negri, Oreste Scalzone, Franco Piperno, Mario Dalmaviva και άλλους, ίδρυσε τη La Classe (1η Μαϊου 1969). Τον Σεπτέμβριο του 1969 ιδρύθηκε η Potere Operaio· οι Bologna, Negri και Piperno αποτελούσαν την πρώτη εθνική της γραμματεία. Το 1970, έγινε καθηγητής της Ιστορίας του Εργατικού Κινήματος στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβα, στο ίδιο τμήμα με τους Negri και Luciano Ferrari Bravo. Τον Νοέμβριο, αποχώρησε από την Potere Operaio λόγω διαφωνιών σχετικά με την γενική πολιτική της οργάνωσης. Το 1972, συνέταξε μαζί με τον Negri τους πρώτους τέσσερεις τόμους της σειράς «Marxist Materials» του Feltrinelli. Ίδρυσε το Primo Maggio, μια επιθεώρηση της ιστορίας των αγώνων, το 1973. Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 συνέβαλλε στο Sapere, ένα ερευνητικό περιοδικό που περιλάμβανε μιλατάντηδες εργάτες και ριζοσπάστες επιστήμονες, καθώς επίσης συνέβαλλε και στις τρεις ημερήσιες εφημερίδες της ιταλικής Νέας Αριστεράς· Lotta Continua, Il Manifesto και Il Quotidiano dei Lavoratori. Το 1978-1979, υποστήριξε την πολιτική της επιστροφής στην «κεντρικότητα των εργατών», την ανάλυση των μεγάλων εργοστασίων και, πάνω απ’ όλα, τα προβλήματα των εργατών στον τομέα της μεταφοράς αγαθών (μια ειδίκευση που διατηρείτε μέχρι και σήμερα). Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 τέλεσε λέκτορας στο Πανεπιστήμιο της Βρέμης, όπου είχε συγκεντρωθεί μια μοναδική ομάδα μαρξιστών κοινωνικών ερευνητών, επηρεασμένων που από τον ιταλικό εργατισμό. Το άρθρο του «Theory and History of the Mass Worker in Italy» εκδόθηκε σε δύο μέρη το 1991-1992 από το περιοδικό Common Sense στα τεύχη 11 & 12, όταν υπήρξε συνιδρυτής του περιοδικού Altre Ragioni μαζί με τον Feruccio Gambino. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, έγραψε πολύ πάνω στον αυτοαπασχολούμενο «αυτόνομο εργάτη», σαν μια εναλλακτική στον «άυλο εργάτη» του Negri ως το νέο κοινωνικό υποκείμενο εκείνης της εποχής.
  2. [Σ.τ.Μ.]: Στα ελληνικά, Σέρτζιο Μπολόνια, Η Φυλή των Τυφλοπόντικων, 2009, εκδόσεις Κινούμενοι Τόποι.
  3. Πριν τη δημιουργία της POV-E στα μέσα της δεκαετίας του 1960, ο Toni Negri κι άλλοι εργατιστές «κατέλαβαν» την τοπική εφημερίδα Progresso Veneto του PSI, όταν ο Negri ήταν ακόμη δημοτικός σύμβουλος με το PSI στην Πάδοβα. Ταυτόχρονα, η ομάδα του Negri εντός του PSI άρχισε να μοιράζει φυλλάδια στα τοπικά εργοστάσια χρησιμοποιώντας το όνομα Potere Operaio. Ο Negri αποχώρησε από το PSI σε διαμαρτυρία ενάντια στον σχηματισμό της κυβέρνησης συνεργασίας Κέντρου-Αριστερά, με τη συνεργασία του PSI και των Χριστιανοδημοκρατών το 1964.
  4. Η μεγαλύτερη από τις νεολενινιστικές ομάδες που αναδύθηκαν από το 1968-1969, ήταν πιο μετριοπαθής από την εργατίστικη Potere Operaio, και επικεντρώθηκε στους εργοστασιακούς αγώνες στη FIAT στο Τορίνο, σε αντιφασιστικές δραστηριότητες και σε ευρύτερους κοινωνικούς αγώνες, όπως οι καμπάνιες αυτομείωσης των αρχών της δεκαετίας του 1970. Αντίθετα από τις άλλες ομάδες, ήταν επίσης οργανωμένη εκτενώς και σε περιοχές του πολύ λιγότερο εκβιομηχανισμένου κι αστικοποιημένου ιταλικού Νότου, παρότι ένα απ’ τα βασικά της συνθήματα ήταν «Να ανακτήσουμε την πόλη!». Το 1972 θεωρήθηκε ότι βρισκόταν πίσω από την δολοφονία του Calabresi, του αξιματικού της μιλανέζικης αστυνομίας που θεωρούνταν υπεύθυνος για τη δολοφονία του Pinelli, του αναρχικού που κατηγορήθηκε αδίκως για την βόμβα στην Πιάτσα Φοντάνα του Μιλάνου το 1969, και ο οποίος εκπαραθυρώθηκε από τον τέταρτο όροφο του αρχηγείου της αστυνομίας στο Μιλάνο. Ο ιστορικός ηγέτης της οργάνωσης, ο Adriano Sofri, και δύο σύντροφοί του συνελήφθηκαν το 1987 και κατηγορήθηκαν για τη δολοφονία, σύμφωνα με πληροφορίες πρώην συντρόφου του έγινε πληροφοριοδότης της αστυνομίας. Αυτή η διάσημη περίπτωση παραλληλίστηκε από τον ιταλικό τύπο ακόμη και με την υπόθεση Ντρέιφους, τόσο διάτρητες και κατασκευασμένες ήταν οι αποδείξεις, μέχρι που τελικά έκλεισε τον Αύγουστο του 1999 με την αθώωση των κατηγορουμένων. Το 1976 η LC κάλεσε τη Νέα Αριστερά να στηρίξει τακτικά το PCI στις εθνικές εκλογές, μια έκκληση η οποία βοήθησε το PCI σχεδόν να ξεπεράσει τους Χριστιανοδημοκράτες ως το μεγαλύτερο κόμμα του κοινοβουλίου για πρώτη φορά στην ιστορία του. Δυστυχώς, το PCI δεν ανταπέδωσε τη χάρη, και ψήφισε υπέρ ή απείχε από κρίσιμες ψηφοφορίες οι οποίες εισήγαγαν μια σειρά από κατασταλτικές νομοθεσίες οι οποίες έστειλαν πολλούς πρώην μιλιτάντηδες της LC στη φυλακή έως και το τέλος της δεκαετίας, και συνέβαλαν στην ήττα των αυτόνομων κοινωνικών κινημάτων. Η ίδια η LC αυτοδιαλύθηκε στο τελευταίο της συνέδριο στο Ρίμινι στα τέλη του 1976, όταν οι περισσότερες από τις γυναίκες μιλιτάντριές της αποχώρησαν διαμαρτυρώμενες καθώς τα στελέχη της οργάνωσης για την επιβολή της τάξης [Σ.τ.Μ: στα αγγλικά αναφέρονται ως marsals, στα ιταλικά ως servizio di ordine] επιτέθηκαν σε μια γυναικεία διαδήλωση στη Ρώμη το περασμένο έτος, αν κι η ομότιτλη ημερήσια εφημερίδα συνέχισε να εκδίδεται ανεξάρτητα μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Στη συνέχεια, πολλοί από τους μιλιτάντηδές της περάσαν στην Αυτονομία και συμμετείχαν στο Κίνημα του 1977, ενώ κάποια από τα στελέχη επιβολής της τάξης ακολούθησαν μια μιλιταριστική πορεία, βοηθώντας στον σχηματισμό της Prima Linea, μιας από τις μεγαλύτερες ένοπλες ομάδες της δεκαετίας του 1970.
  5. Ο όρος «αυτόνομες» αναφέρεται σε ομάδες που οργανώνονταν αυτόνομα και αισθάνονταν τον εαυτό τους σαν κομμάτι της ευρύτερης Αυτονομίας, αλλά συχνά διατηρούσαν μια απόσταση από τους «αυτόνομους» της Οργανωμένης Αυτονομίας.
  6. Ύστερα από το πραξικόπημα του 1973 στη Χιλή ενάντια στην εκλεγμένη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Αλλιέντε, η ηγεσία του PCI συμπέρανε ότι η κοινοβουλευτική οδός προς τον σοσιαλισμό είχε κλείσει. Ο Enrico Berlinguer, γενικός γραμματέας του κόμματος, επινόησε την στρατηγική του Ιστορικού Συμβιβασμού ως ένα μέσο για να αυξηθεί η υποστήριξη προς το κόμμα από τις μεσαίες τάξεις, ως μέρος ενός πιο ρεφορμιστικού σοσιαλδημοκρατικού προγράμματος. Η δριμεία πολιτική και οικονομική κρίση των μέσων της δεκαετίας του 1970 οδήγησε τους Χριστιανοδημοκράτες και το PCI να συμφωνήσουν σε μια κοινή στρατηγική για την επανασταθεροποίηση του ιταλικού κράτους και την οργάνωση της κοινωνικής συναίνεσης αναφορικά με τα μέτρα της οικονομικής λιτότητας. Ο Ιστορικός Συμβιβασμός οδήγησε το PCI από μια θέση καλοήθης ουδετερότητας το 1968 σε μια ανοιχτή σύγκρουση με τα ριζοσπαστικά κοινωνικά κινήματα του 1977.
  7. Βλέπε την εισαγωγή στο Sylvère Lotringer & Christian Marazzi (eds.), ό.π.
  8. Βλέπε Alberto Melucci, Challenging Codes: Collective Action in the Information Age, εκδόσεις Cambridge University Press, 1996, ιδιαίτερα το κεφάλαιο 14.
  9. Το ιταλικό τμήμα της βρετανικής αυτοκινητονιομηχανίας Leyland.
  10. Ο πατέρας της ιταλικής προφορικής ιστορίας, η μελέτη του πάνω στους μιλιτάντηδες βάσης στα εργοστάσια τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, Militanti Politici di Base (Πολιτικοί Μιλιτάντηδες Βάσης) θεωρείται κλασσικό έργο της σύγχρονης ιταλικής κοινωνιολογίας. Τον Νοέμβριο του 1994 πραγματοποιήθηκε ένα συνέδριο για το έργο του, και το 1995 εκδόθηκε μια σχετική ανθολογία. Η πιο πρόσφατη έκδοση είναι η Danilo Montaldi e la Cultura di Sinistra del Secondo Dopoguerra, La Citta del Sole, Naples, 1998.
  11. Η μεγαλύτερη από τις τρεις συνδικαλιστικές συνομοσπονδίες εργατικών στην Ιταλία, ήταν συνδεδεμένη με το PCI και το PSI. Η CISL συνδέονταν με τους Χριστιανοδημοκράτες, ενώ η UIL, το «κίτρινο» [εργοδοτικό] σωματείο, είχε συμμαχίσει με το Κόμμα των Ρεπουμπλικανών και με αυτό των Φιλελεύθερων, και πλέον είναι αδρανές μετά την αποκάλυψη τα σκάνδαλα διαφθοράς «Tangentopoli» στις αρχές της δεκαετίας του 1990.
  12. Μαρξιστικό κοινωνιολογικό περιοδικό που ίδρυσαν οι Panzieri και Alquati στο Τορίνο στις αρχές της δεκαετίας του 1960, το οποίο προσπάθησε να αναλύσει τη ταξική σύνθεση του νέου κύματος της εργοστασιακής μαχητικότητας μετά την εξέγερση της Piazza Statuto στο Τορίνο το 1962, κάνοντας χρήσης της «εργατικής έρευνας» του Marx. Πολλοί από τους επιφανείς διανοούμενους του ιταλικού εργατισμού (ένα πολιτικό και διανοητικό κίνημα το οποίο διατήρησε το δόγμα του PCI περί της «κεντρικότητας των εργατών» αλλά υπήρξε κατά τ’ άλλα κριτικό του ορθόδοξου μαρξισμού και της Ιστορικής Αριστεράς) πέρασαν από τη συντακτική επιτροπή του.
  13. Ένα κίνημα που αποτελούνταν κυρίως από φοιτητές και άνεργους νεολαίους, το οποίο είχε πολύ ισχυρή επίδραση στην ιταλική πολιτική, κοινωνία και κουλτούρα καθόλη τη διάρκεια του 1977, πριν κατασταλεί από το καθεστώς του Ιστορικού Συμβιβασμού ανάμεσα στο PCI και τους Χριστιανοδημοκράτες. Εκπροσωπούσε την πιο έντονη περίοδο δραστηριοποίησης της Αυτονομίας (με την πιο ευρεία έννοια) ως κοινωνικό κίνημα.
  14. Αποτέλεσμα μια πολιτικά πιο ριζοσπαστικής διάσπασης των Quaderni Rossi το 1962 από τους Tronti, Alquati, Negri και όσους υποστήριζαν έναν πιο παρεμβατικό ρόλο στους εργοστασιακούς αγώνες, και από την οποία αναπτύχθηκε η εργατίστικη οργάνωση Potere Operaio στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Η διάσπαση προκλήθηκε από την αποκήρυξη του Panzieri, σε σύμπνοια με τα συνδικάτα και τη θεσμική Αριστερά, των απεργιακών ταραχών της Piazza Statuto (οι μεγαλύτερες από το 1945) στο Τορίνο τον Ιούλιο του 1962, σαν πράξη «προβοκατόρων» και «φασιστών».
  15. Μια εργατίστικη έννοια η οποία περιγράφει τη νέα ταξική σύνθεση στα εργοστάσια της Βόρειας Ιταλίας από τα μέσα της δεκαετίας του 1950, τα οποία αποτελούνταν κυρίως από νέους, ανειδίκευτους και ημιειδικευμένους Νοτιοϊταλούς εσωτερικούς μετανάστες, εργάτες στη γραμμή παραγωγής, οι οποίοι δεν ταυτίζονταν με τα συνδικάτα και το PCI, και έγιναν η ραχοκοκκαλιά των αυτόνομων εργατικών αγώνων του «Θερμού Φθινοπώρου» του 1969. Βρίσκονταν σε αντίθεση με την προηγούμενη γενιά ειδικευμένων «τεχνιτών εργατών» οι οποίοι ήταν κυρίως Βορειοϊταλοί και αποτελούσαν το κυρίως σώμα των συνδικάτων και του PCI. Μια περεταίρω ανάπτυξη της έννοιας του «εργάτη-μάζα» ήταν ο κοινωνικός εργάτης του Toni Negri στις αρχές της δεκαετίας του 1970, μια προσπάθεια θεωρητικοποίησής των «νέων κοινωνικών υποκειμένων» των κοινωνικών κινημάτων μετά το 1968· εν μέρει εργάτης, εν μέρει φοιτητής, εν μέρει άνεργος νεολαίος, εν μέρει φεμινίστρια. Παραμένει μια περισσότερο αμφιλεγόμενη και λιγότερο καλά προσδιορισμένη κοινωνική φιγούρα συγκριτικά με τον εργάτη-μάζα.
  16. Μια αναφορά στην «Magistratura Democratica», μια οργάνωση ριζοσπαστών δικαστών οι οποίοι προσπάθησαν να αντιπαρατεθούν στο κύμα των κατασταλτικών και αντιτρομοκρατικών νομοθεσιών που σάρωσαν τα αυτόνομα κοινωνικά κινήματα από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και έπειτα, ή τουλάχιστον να το καθυστερήσουν και να το «εκδημοκρατίσουν».
  17. Ο Franco Basaglia υπήρξε ένας από τους πατέρες του ιταλικού αντιψυχιατρικού κινήματος και η κινητήρια δύναμη πίσω από το Νόμο 180 ο οποίος έβαλε τέλος στην ιδρυματοποίηση των ψυχικά ασθενών, παραδίδοντάς τους στην φροντίδα της κοινότητας. Είναι τραγικό πως αυτό το μέτρο αντιγράφηκε κυνικά σε παγκόσμια επίπεδο κι έγινε κατάχρησή του ως ένα μέσο μείωσης των κοινωνικών δαπανών από τις νεοφιλελέυθερες κυβερνήσεις των δεκαετιών του 1980 και του 1990. Στην Ιταλία, η υποχρηματοδότηση της κοινωτικής πρόνοιας οδήγησε σε ακόμα μεγαλύτερη περιθωριοποίηση των ψυχικά ασθενών.
  18. Ο Nani Balestrini είναι ποιητής, μυθιστοριογράφος και ιστορικός των κινημάτων της δεκαετίας του 1970. Τα κύρια έργα του είναι το Τα Θέλουμε Όλα (εκδόσεις Στοχαστής, 2006), μια αφήγηση του Θερμού Φθινοπώρου στο Τορίνο από την οπτική γωνία ενός Νοτιοϊταλού εργάτη στη FIAT· Οι Αόρατοι (εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος, 2005), η ιστορία μιας ομάδας «αυτόνομων» στην μιλανέζικη ενδοχώρα κατά την περίοδο του Κινήματος του 1977· Η Χρυσή Ορδή (εκδόσεις Ελευθεριακή Κουλτούρα, 2008), μια ιστορία των κινημάτων από το 1968 μέχρι το 1978, σε συνεργασία με τον Primo Moroni.
  19. Η μεγαλύτερη ιδιωτική εταιρία χημικών στην Ιταλία, η οποία είχε μεγάλη εμπλοκή στο δίκτυο διαφθοράς που περιλάμβανε τις περισσότερες επιχειρηματικές και πολιτικές τάξεις τις Ιταλίας, όπως αποκαλύφθηκε από τα σκάνδαλα Tangentopoli στις αρχές της δεκαετίας του 1990.
  20. Οι Πράσινοι αναδύθηκαν ως ένα πολιτικό κόμμα το οποίο κατέβαινε στις τοπικές και εθνικές εκλογές από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 κι έπειτα. Αποτελούμενο από πρώην μιλιτάντηδες της Νέας Αριστεράς και μια νέα γενιά οικολόγων ακτιβιστών που δεν θεωρούσαν του εαυτούς τους «ούτε αριστερούς ούτε δεξιούς» και οπότε αντικειμενικά ουδέτερους στη ταξική πάλη. Αρχικά, είχαν θεαματική επιτυχία στις εκλογές, την οποία όμως απέτυχαν να διατηρήσουν τη δεκαετία του 1990, αποξενώνοντας ένα μεγάλο κομμάτι του οργανωμένου εργατικού κινήματος, το οποίο τους είδε σαν μια απειλή για τις θέσεις εργασίας τους και την ποιότητα ζωής τους, αποξενώνοντας επίσης και τα ριζοσπαστικά κοινωνικά κινήματα τα οποία τους θεωρούσαν κεντρώους οπορτουνιστές, στερούμενοι μιας σοβαρής ανάλυσης των κοινωνικοοικονομικών και πολιτικών αιτιών της οικολογικής και περιβαλλοντικής αποσάθρωσης.
  21. Εργατίστικο περιοδικό που κράτησε μια πιο ανεξάρτητη γραμμή αναφορικά με τις εξελίξεις στο εσωτερικό των κοινωνικών κινημάτων και της ταξικής πάλης της δεκαετίας του 1970, συγκριτικά με τα περιοδικά που συνδέονταν με την Οργανωμένη Αυτονομία, όπως το Rosso κι η Senza Tregua.
  22. Ο Pietro Calogero, ανακριτκής στην Πάδοβα που είχε σχέσεις με το PCI, συνέλαβε και κατηγόρησε τον Negri και τους περισσότερους από τους διανοούμενους κι ακαδημαϊκούς που είχαν σχέση με την Οργανωμένη Αυτονομία για τρομοκρατία και απόπειρα ανατροπής του κράτους, στις 7 Απριλίου 1979. Το θεώρημά του ήταν ότι η Οργανωμένη Αυτονομία υπήρξε ο «εγκέφαλος» πίσω από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, ότι οι δύο οργανώσεις ήταν το ίδιο και το αυτό, και ότι ο Negri κι άλλοι από την Αυτονομία ήταν οι «ηθικοί αυτουργοί» της απαγωγής και δολοφονίας του Aldo Moro, του Χριστιανοδημοκράτη πρώην πρωθυπουργού, το 1978. Τελικά, οι κατηγορούμενοι μπόρεσαν να αποδείξουν ότι το θεώρημα ήταν αβάσιμο και τίποτα περισσότερο από μια δικαιολογία για ένα κυνήγι μαγισσών κατά της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και ιδιαίτερα της Αυτονομίας. Η Αυτονομία πάντοτε έκανε πολεμική στις Ερυθρές Ταξιαρχίες ως ένα χοντροκομμένο αναχρονιστικό, μαρξιστικό-λενινιστικό πισωγύρισμα στους Παρτιζάνου του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το οποίο έπαιζε το παιχνίδι του κράτους. Οι αντιδράσεις ποίκιλλαν από την αμφιβολία («είναι σύντροφοι που κάνουν λάθος») μέχρι το χαρακτηρισμό τους από τον Negri ως τη «σύφιλη του κινήματος». Στην πραγματικότητα, οι σχέσεις ανάμεσα στους πολιτικούς κρατούμενους των ΕΤ και της Αυτονομίας υπήρξαν, το λιγότερο, τεταμένες. Οι κατηγορίες τελικά μειώθηκαν στον σχηματισμό ελλιπούς προσδιορισμού «ένοπλων ομάδων» και οι περισσότεροι από τους κατηγορούμενους αθωώθηκαν μέχρι το 1985. Κάποιοι παρέμειναν προφυλακισμένοι χωρίς να δικαστούν έως και πέντε, ή και περισσότερα, χρόνια, κατάσταση η οποία οδήγησε τη Διεθνή Αμνηστία και άλλες οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων να κινήσουν μια εκστρατεία για την απελευθέρωσή τους. Ο Negri εκλέχτηκε στο κοινοβούλιο ως υποψήφιος του Ριζοσπαστικού Κόμματος, απελευθερώθηκε λόγω της βουλευτικής ασυλίας και διέφυγε στη Γαλλία λίγο πριν ψηφιστεί από το κοινοβούλιο η άρση της ασυλίας του ώστε να διωχθεί το 1983. Εκεί εντάχθηκε στην αναπτυσσόμενη κοινότητα Ιταλών πολιτικών εξόριστων οι οποίοι διέφευγαν το χειρότερο κύμα καταστολής από την εποχή του Φασισμού, με χιλιάδες ανθρώπους να πετιούνται στις «ειδικές φυλακές» με βάση τις καταθέσεις «μετανοημένων» πρώην συντρόφων τους. Ο Negri συνέχισε την ακαδημαϊκή και πολιτική του καριέρα στο Παρίσι, σαν προσκεκλημένος του Althusser για να διδάξει στο École Normale, και βοηθώντας τον στη σύνταξη του περιοδικού Futur Antérieur, μέχρι που επέστρεψε εθελοντικά στην Ιταλία το 1997 για να εκτίσει το υπόλοιπο της ποινής του και να ξεκινήσει μια καμπάνια για την χορήγηση γενικής αμνηστίας για τους αριστερούς πολιτικούς κρατούμενους. Μαζί με αρκετούς από την Αυτονομία, 100 από τις ΕΤ και άλλους πολιτικούς κρατούμενους, συν περίπου 200 πολιτικούς εξόριστους, ακόμη περιμένουν την υλοποίηση την εδώ και καιρό υπόσχεσης για την «πολιτική λύση» των «Μολυβένιων Χρόνων» του τέλους της δεκαετίας του 1970 και των αρχών αυτής του 1980.