Home / ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ / Χαρτογραφώντας το Πεδίο του Αγώνα: Τα αυτόνομα κινήματα στην Ιταλία της δεκαετίας του 1970
self-reduction

Χαρτογραφώντας το Πεδίο του Αγώνα: Τα αυτόνομα κινήματα στην Ιταλία της δεκαετίας του 1970

Παραθέτουμε παρακάτω την μετάφραση μας του κειμένου «Mapping the Terrain of Struggle: Autonomous Movements in 1970s Italy». Το κείμενο αυτό γράφτηκε από τον Patrick Cuningham* και δημοσιεύτηκε στο πέμπτο τεύχος του διαδικτυακού περιοδικού Viewpoint Magazine τον Νοέμβρη του 2013. Η επιλογή των φωτογραφιών δική μας.

foto

«Πληρώνουμε 8 λίρες την κιλοβατώρα όπως τα αφεντικά»

Η πρόσφατη επίθεση του καπιταλισμού έχει πυροδοτήσει ένα νέο έντονο κύμα αγώνων σχετικά με το ζήτημα της κοινωνικής αναπαραγωγής. Το νερό, η στέγαση, η εκπαίδευση είναι μόνο μερικά από τα καθοριστικά πεδία σύγκρουσης, και ακτιβιστές σε όλο τον κόσμο πειραματίζονται με νέες τακτικές, μορφές αγώνα και μοντέλα οργάνωσης.

Κατά κάποιο τρόπο, η ανανεωμένη μας εστίαση στην κοινωνική αναπαραγωγή έχει κάποια ενδιαφέρονται κοινά σημεία με την «Ιταλική Επανάσταση» της περιόδου 1968-1980, την πιο ριζοσπαστική αναταραχή στην μεταπολεμική Δυτική Ευρώπη. Ενώ αρχικά ήταν σταθερά αγκυρωμένη στους αγώνες του βιομηχανικού προλεταριάτου, πολλά κινήματα άρχισαν να διεξάγουν μια πληθώρα αγώνων πέρα από το πεδίο της παραγωγής, αναπτύσσοντας την ταξική δύναμη σε αυτό που ονομαζόταν πεδίο της κοινωνικής αναπαραγωγής.

Στην πραγματικότητα, κάθε φάση της πολιτικής εξέλιξης των αυτόνομων κοινωνικών κινημάτων χαρακτηριζόταν από την εστίαση τους σε ζητήματα της κοινωνικής αναπαραγωγής, όπως καμπάνιες αυτομείωσης στα ψώνια, τους λογαριασμούς, τη δημόσια συγκοινωνία, συχνά από κοινού με τα περισσότερα ριζοσπαστικά τμήματα των συνδικάτων από τις αρχές μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Οι στεγαστικές καταλήψεις και οι αρνήσεις πληρωμών ενοικίου έγιναν πολύ σημαντικές στα μέσα της δεκαετίας του 1970 καθώς βάθαινε η κρίση του φορντισμού-κεϋνσιανισμού, ιδιαίτερα στη Ρώμη όπου η Εργατική Αυτονομία ήταν ισχυρή στην αστική περιφέρεια. Αγώνες στο πεδίο της κοινωνικής αναπαραγωγής διεξάγονταν επίσης και από μαθητές και φοιτητές σχετικά με τα σχολεία, τα πανεπιστήμια και άλλα εκπαιδευτικά ζητήματα. Καθώς προχωρούσε η δεκαετία, η νεολαία στα νέα, μικρότερα και πιο καταπιεστικά μετα-φορντικά εργοστάσια της Μιλανέζικης ενδοχώρας, ξεκίνησε να οργανώνεται περισσότερο εκτός του χώρου εργασίας, στο κοινωνικό πεδίο ως «Κύκλοι Νεανικού Προλεταριάτου», αψηφώντας την εθνική-λαϊκιστική λογική της πολιτικής της λιτότητας που προάσπιζε το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας (ΚΚΙ), απαιτώντας πρόσβαση όχι μόνο στα βασικά μέσα επιβίωσης όπως οι προηγούμενες γενιές, αλλά επίσης σε αγαθά πολυτελείας, υπηρεσίες και πολιτιστικά προϊόντα. Ενόσω τα εργοστάσια αναδιαρθρώνονταν και αποκεντρώνονταν, κάτι το οποίο περιλάμβανε την απόλυση δεκάδων χιλιάδων βιομηχανικών εργατών και την αυτοματοποίηση, ρομποτοποίηση και εξάλειψη των θέσεων εργασίας τους, τα κοινωνικά κινήματα των ανέργων, ιδίως στον λιγότερο ανεπτυγμένο Νότο, ξεκίνησαν να θέτουν ως κεντρική τους διεκδίκηση ένα εγγυημένο κοινωνικό μισθό  για όλους, εργαζόμενους και ανέργους. Όμως, οι σημαντικότεροι αγώνες στο πεδίο της αναπαραγωγικής εργασίας υπήρξαν εκείνοι του Μισθού για την Οικιακή Εργασία, και άλλων εκστρατειών του φεμινιστικού και γυναικείου κινήματος σχετικά με την αυτοαξιοποίηση της κοινωνικής αναπαραγωγής του εργατικού δυναμικού από τις γυναίκες, ιδίως τις νοικοκυρές, τις σεξεργάτριες και τις νοσηλεύτριες.

Ενώ χρειάζεται σίγουρα σήμερα να διαμορφώσουμε τις δικές μας πολιτικές μορφές, δεν χρειάζεται να ανακαλύψουμε ξανά τον τροχό. Πολλά έχουν αλλάξει, αλλά και πολλά από αυτά τα ζητήματα παραμένουν πιο καίρια από ποτέ. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η κριτική ανασκόπηση του ισχυρού οπλοστασίου της πολιτικής πάλης που κληρονομήσαμε από τα ιταλικά κινήματα της εποχής εκείνης μπορούν, πέρα από έμπνευση, να μας προσφέρουν επίσης μοντέλα που θα μας βοηθήσουν να προσανατολιστούμε καθώς προσπαθούμε να βρούμε τον δικό μας δρόμο.

fortunati_rally

Η Leopoldina Fortunati μιλάει σε μια διαδήλωση στην πλατεία Piazza Ferretto, Μέστρε, Μάρτιος 1974

Θεωρητικοποιώντας την κοινωνική παραγωγή

Στόχος αυτής της μικρής σύνοψης των θεωρητικών ντιμπέιτ σχετικά με την κοινωνική αναπαραγωγή εντός του ιταλικού αυτόνομου μαρξισμού και του τμήματος του φεμινιστικού κινήματος κοντύτερα, με πολιτικούς και θεωρητικούς όρους, σε αυτόν, πάνω απ’ όλα της ομάδας των φεμινιστριών διανοούμενων και ακτιβιστριών γύρω από την καμπάνια του Μισθού για την Οικιακή Εργασία στην Ιταλία και διεθνώς, είναι να σκιαγραφήσουμε ένα θεωρητικό πλαίσιο εντός του οποίου θα αναλύσουμε τους αυτόνομους αγώνες σχετικά με την κοινωνική αναπαραγωγή στην Ιταλία της δεκαετίας του 1970. Οι κύριοι κόμβοι των ντιμπέιτ αυτών εντοπίζονται στον ιταλικό εργατισμό, τον μετα-εργατισμό, την μετα-αυτονομία και, ελλείψει καλύτερων όρων, του φεμινισμού επηρεασμένου από τον εργατισμό και του μετα-εργατίστικου φεμινισμού.

Η, σχετικά περιορισμένη, ανάλυση της αναπαραγωγής και της κυκλοφορίας του Καρλ Μαρξ στον δεύτερο τόμο του Κεφαλαίου τέθηκε από τον Αντόνιο Νέγκρι, και άλλους από τα Quaderni Rossi και την Classe Operaia, οι κύριες εργατίστικες εκδόσεις της δεκαετίας του 1960, ως σημείο αφετηρίας για την ανάπτυξη των αναλύσεών τους αναφορικά με τη σχέση της αναπαραγωγής με τον ταξικό ανταγωνισμό. Ο Νέγκρι υπήρξε ένας από τους πρώτους εργατιστές που αναγνώρισαν την ανταγωνιστική φύση της αναπαραγωγής ως μέρος της κοινωνικής παραγωγής, αντί απλώς μιας κυκλοφορίας εντός του κεφαλαίου, επικρίνοντας παράλληλα τους πιο ορθόδοξους συντρόφους του, όπως του εκ ΚΚΙ ερχόμενου Μάριο Τρόντι ο οποίος συνέχιζε να ανάγει το πρόβλημα της αναπαραγωγής στην κυκλοφορία, όπως είχε κάνει πράγματι κι ο Μαρξ:

θα αναγκαζόμασταν να ανάγουμε την μαρξική προσέγγιση του ζητήματος της αναπαραγωγής σε ένα ένα ζήτημα της κυκλοφορίας: κάτι τέτοιο θα ήταν απόλυτα αθέμιτο – παρότι συνηθισμένο, ειδικά εντός του ιταλικού εργατισμού […] Στην πραγματικότητα, η διαρκής αναταραχή των όρων της ταξικής πάλης από την πάλη των εργατών και την καπιταλιστική αναδιάρθρωση καταδεικνύει ακρίβως το αντίθετο: το πεδίο της αναπαραγωγής κυριαρχείται από τις ανταγωνιστικές κατηγορίες της παραγωγής, και η παραγωγική διαδικασία δεν εξαφανίζεται στο εμπόρευμα αλλά επανεμφανίζεται σε όλα του τα στοιχεία (όπως αναγνωρίστηκε από τον Μαρξ, όχι από τον Σμιθ) στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου και τους εργατικούς αγώνες. […] Η εργατική τάξη, μέσω των αγώνων της, παρακινεί το κεφάλαιο να αναδιαρθρώσει την παραγωγή καθώς και την αναπαραγωγή (η οποία αυξανόμενα ισοδυναμεί με την κοινωνική παραγωγή). […] Στο τρέχον επίπεδο της ταξικής πάλης, η οργάνωση των εργατών αναδύεται μόνο όταν η πάλη μπορεί να έχει αντίκτυπο στην εργοστασιακή παραγωγή και από εκεί να μεταφερθεί σε όλο τον μηχανισμό της αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου[1].

Αυτή η κριτική στον Μάρξ, τον ορθόδοξο Μαρξισμό, ακόμη και σε κάποια κομμάτια του ιταλικού εργατισμού, σχετικά με το ζήτημα της αναπαραγωγής, στην πραγματικότητα χρωστάει πολλά (αν και απ’ ότι φάινεται ο Νέγκρι δεν το αναγνωρίζει) σε παλιότερες διαβουλεύσεις εντός του ιταλικού, και αργότερα αμερικάνικου, επηρεασμένου από τον εργατισμό, φεμινισμού. Η Σίλβια Φεντερίτσι επέκρινε τον Μαρξ και όλες τις εκφάνσεις του μαρξισμού, συμπεριλαμβανομένου του εργατισμού, επειδή παραμελούσαν ή υποτιμούσαν τον κεντρικό ρόλο της κοινωνικής αναπαραγωγής τόσο σαν σεξουαλική αναπαραγωγή όσο και σαν απλήρωτη οικιακή εργασία στην καπιταλιστική συσσώρευση, και από εκεί στον ταξικό ανταγωνισμό. Η Φεντερίτσι, αναφερόμενη επίσης σε μια  ευρύτερη φεμινιστική κριτική στον Μάρξ, βασισμένη στο έργο των ακτιβιστριών της καμπάνιας του Μισθού για την Οικιακή Εργασία της δεκαετίας του 1970 όπως της Mariarosa Dalla Costa και της Σέλμα Τζέιμς, της Leopoldina Fortunati, και πιο πρόσφατα της Αυστραλιανής οικοφεμινίστριας Ariel Salleh, και της φεμινιστικής σχολής του Μπίλεφελντ των Maria Mies, Claudia Von Werlhof  και Veronica Bennholdt-Thomsen, ισχυρίζεται οτι:

αυτή η κριτική ισχυρίζεται ότι η ανάλυση του Μαρξ για τον καπιταλισμό παρακωλύθηκε από την αδυναμία του να αντιληφθεί μια δραστηριότητα ως παραγωγική αν η δραστηριότητα αυτή δεν παράγει αγαθά, και τη συνεπακόλουθη μη αναγνωρίσή του της σημασίας της απλήρωτης αναπαραγωγικής δραστηριότητας των γυναικών στη διαδικασία της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Η παραμέληση αυτής της δραστηριότητας περιόρισε την κατανόησή του της πραγματική έκτασης της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης της εργασίας και τη λειτουργία του μισθού στη δημιουργία διαχωρισμών εντός της εργατικής τάξης, ξεκινώντας με τη σχέση μεταξύ αντρών και γυναικών. Εάν ο Μάρξ είχε αναγνωρίσει την ανάγκη του καπιταλισμού να στηριχθεί όχι μόνο σε μια τεράστια ποσότητα απλήρωτης οικιακής δραστηριότητας για την αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού, αλλά επίσης και στην απαξίωση αυτών των αναπαραγωγικών δραστηριοτήτων με στόχο τη μείωση του κόστους του εργατικού δυναμικού, πιθανότατα δεν θα έτεινε τόσο προς τη θεώρηση της καπιταλιστικής ανάπτυξης ως αναπόφευκτης και προοδευτικής[2].

Σαν μια, τουλάχιστον μερική, απάντηση σε αυτή την κριτική, η θεωρία του «κοινωνικού εργοστασίου» των Ιταλών εργατιστών μπορεί να ειδωθεί ως μια προσπάθεια να ξεπεραστεί η αρχικά αποκλειστική εστίαση σε αυτόνομους αγώνες στα εργοστάσια, ώστε να συμπεριληφθούν σχετικά κινήματα του 1968-1969, ιδιαίτερα των φοιτητών, και οι αγώνες των εργατικών κοινοτήτων σχετικά με ζητήματα αναπαραγωγής όπως η στέγαση, οι λογαριασμοί και η συγκοινωνία. Μολαταύτα, ο κεντρικός ρόλος των γυναικών στο κοινωνικό εργοστάσιο υποτιμήθηκε για άλλη μια φορά. Στην Ιταλία, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, το αξιοσημείωτο κύμα αυτόνομων εργατικών αγώνων που ξέσπασε κατά το «Θερμό Φθινόπωρο» του 1969 εντός του συγκεντροποιημένου φορντικού εργοστασίου σταδιακά αναχαιτίστηκε μέσω τακτικών καπιταλιστικών υποχωρήσεων και στρατηγικών μεταρρυθμίσεων, όπως τα Εργοστασιακά Συμβούλια και ο Εργατικός Καταστατικός Χάρτης του 1970. Έτσι, ο μοχλός της κοινωνικής σύγκρουσης άρχισε να μετατοπίζεται προς το «κοινωνικό εργοστάσιο», οδηγώντας τον Τρόντι να διευρύνει την εργοστασιοκεντρική του προσέγγιση επί της υπόλοιπης κοινωνίας, ορίζοντας οπότε το κοινωνικό εργοστάσιο ως εξής:

Στο ανώτατο επίπεδο της καπιταλιστικής ανάπτυξης, η κοινωνική σχέση γίνεται μια στιγμή της παραγωγικής σχέσης, το σύνολο της κοινωνίας γίνεται μια άρθρωση της παραγωγής· με άλλα λόγια, το σύνολο της κοινωνίας υπάρχει ως μια λειτουργία του εργοστασίου και το εργοστάσιο επεκτείνει την αποκλειστική του κυριαρχία επί του συνόλου της κοινωνίας[3].

Συνεπώς, η θεωρία του «κοινωνικού εργοστασίου» δεν ασχολήθηκε επαρκώς με την φεμινιστική κριτική του μαρξισμού γενικά και του εργατισμού ειδικά, όπως ούτε και η θεωρία του Νέγκρι για τον «κοινωνικό εργάτη», του υποτιθέμενου νέου ανταγωνιστικού υποκειμένου του μετα-φορντικού κοινωνικού εργοστασίου της αποκεντρωμένης παραγωγής, δεδομένης της εξουδετέρωσης των αγώνων του «εργάτη-μάζα» στο φορντικό εργοστάσιο της συγκεντροποιημένης παραγωγής των αρχών της δεκαετίας του 1970, όπως υπαινίχθηκε από τον Τρόντι στην προηγούμενη παράγραφο. Παρότι ο Νέγκρι ανέπτυξε τη θεωρία του για τον κοινωνικό εργάτη στις αρχές με μέσα της δεκαετίας του 1970, δηλαδή την περίοδο της άνθισης τόσο του ριζοσπαστικού φεμινισμού όσο και της Εργατικής Αυτονομίας ως κοινωνικά κινήματα βασισμένα, με αρκετά διαφορετικό τρόπο, στα ζητήματα των κοινωνικών αναγκών και της αναπαραγωγής, η προσπάθειά του να συναθροίσει τις γυναίκες και τα άλλα αναδυόμενα υποκείμενα του κοινωνικού ανταγωνισμού της περιόδου εντός μιας «γενικής θεωρίας», αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό και κατηγορίες για έλλειψη αναλυτικής αυστηρότητας μέσα στους κόλπους της ίδιας της Αυτονομίας, πόσο μάλλον του φεμινιστικού κινήματος, αν και οι επικριτές του, σε αυτή την περίπτωση τουλάχιστον, μπορούν με τη σειρά τους να κατηγορηθούν για εμπειρικό φετιχισμό:

Πάντα μοιραζόμασταν, και συνεχίζουμε να μοιραζόμαστε, το ενδιαφέρον σας για τα «αναδυόμενα στρώματα» (προλεταριακή νεολαία, φεμινίστριες, ομοφυλόφιλοι) και για νέα και αναθεωρημένα πολιτικά υποκείμενα (ο «κοινωνικός εργάτης»). Όμως, ακριβώς η αδιαμφισβήτητη πολιτική σημασία αυτών των φαινομένων απαιτεί εξαιρετική αναλυτική αυστηρότητα, μεγάλη διερευνητική σύνεση και μια ισχυρά εμπειρική προσέγγιση (γεγονότα επί γεγονότων, δεδομένα επί δεδομένων και παρατηρήσεις επί παρατηρήσεων)[4].

­­­­­

Davanti al murales di Davide Danti per l'autoriduzione del caro vita in via Giovanni Breda, Milano, 1976

 «Mην πληρώνετε τον λογαριασμό!» Μιλάνο 1976

Η αυτομείωση και οι αγώνες στο πεδίο της κοινωνικής αναπαραγωγής στην Ιταλία της δεκαετίας του 1970

Το τεράστιο κύμα των εργατικών αναταραχών που ξεκίνησε το «Θερμό Φθινόπωρο» του 1969 συνεχίστηκε αμείωτο, και κορυφώθηκε με την ένοπλη κατάληψη του γιγαντιαίου εργοστασίου της FIAT Mirafiori στο Τορίνο τον Μάρτιο του 1973 από μια νέα γενιά ακόμη πιο στρατευμένων εργατών, τις Fazzoletti Rossi [Κόκκινες Μπαντάνες], που οργανώθηκαν αυτόνομα, πέρα ακόμη και από τις πρωτοπορίες της Νέας Αριστεράς. Ωστόσο, από εκείνο το σημείο και έπειτα, οι επιδράσεις της τεχνολογικής αναδιάρθρωσης, οι απολύσεις, και η επανάκτηση της συναίνεσης και του ελέγχου των συνδικάτων μέσω των Εργοστασιακών Συμβουλίων, οδήγησαν σε ύφεση την αυτόνομη εργατική εξέγερση, η οποία μολαταύτα συνεχίστηκε σε εξαιρετικά υψηλό επίπεδο, συγκριτικά με την υπόλοιπη Δυτική Ευρώπη, έως και το τέλος της δεκαετίας[5]. Το μεγαλύτερο ξέσπασμα εργοστασιακών αναταραχών στην Ιταλία από την εποχή της «Κόκκινης Διετίας» του 1920-1921 σύντομα επεκτάθηκε και στις εργατικές συνοικίες, όπου το αναδυόμενο γυναικείο κίνημα μαζί με τους φοιτητές (ένας αυξανόμενος αριθμών των οποίων προερχόντουσαν από την εργατική τάξη, λόγω της έλευσης του μαζικού πανεπιστήμιου από τις αρχές της δεκαετίας του 1960) και τις ομάδες της Νέας Αριστεράς δραστηριοποιήθηκαν στις αυτοοργανωμένες επιτροπές γειτονιών, οι οποίες οργάνωσαν απεργίες ενοικίων και λογαριασμών, αυτομείωση στα εισιτήρια της δημόσιας συγκοινωνίας και στεγαστικές καταλήψεις, διεκδικώντας μια γενική βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης της εργατικής τάξης, καθώς η αναπτυσσόμενη οικονομική κρίση, η πετραλαϊκή κρίση και η κρίση του στασιμοπληθωρισμού άρχισαν να γίνονται αισθητές στα μέσα της δεκαετίας του 1970.

Σαν από ειρωνεία της τύχης, ενώ το εύρυτερο κίνημα της Αυτονομίας δυνάμωνε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας, ο ιστορικός της πρόγονος των αρχών της δεκαετίας του 1960, το αυτόνομο εργατικό κίνημα, έπεσε σε παρακμή. Η εξέλιξη αυτή θεωρητικοποιήθηκε από τον Νέγκρι ως το αποτέλεσμα της «αποσύνθεσης του εργάτη-μάζα», η οποία προήλθε από τη βιομηχανική αναδιάρθρωση, και την «ανασύνθεση» του νέου κεντρικού παράγοντα της ταξικής πάλης, του «κοινωνικού εργάτη», που χωροθετούνταν περισσότερο στο κοινωνικό πεδίο έξω και γύρω από το φορντικό εργοστάσιο[6]. Αυτή η μετα-εργατίστικη θεωρία αποδείχτηκε έντονα αμφιλεγόμενη στο εσωτερικό της Αυτονομίας και του διανοητικού του περιβάλλοντος το οποίο παρέμενε εργατίστικο, οξύνοντας το χάσμα ανάμεσα στον κύκλο του Νέγκρι γύρω από το περιοδικό Rosso και τον κύκλο του Σέρτζιο Μπολόνια γύρω από το Primo Maggio, η ανάλυση του οποίου συνέχισε να ευνοεί τους αγώνες του βιομηχανικού «εργάτη-μάζα»[7].

Ένα από τα πιο σημαντικά παραδείγματα αγώνων κοινωνικής αναπαραγωγής στο «κοινωνικό εργοστάσιο» υπήρξε η καμπάνια αυτομείωσης στο Τορίνο το 1974, όπου οι εργατικές κοινότητες διοργάνωσαν την καταβολή μειωμένου κομίστρου στη δημόσια συγκοινωνία, τυπώνοντας και εκδίδοντας δικά τους εισιτήρια· ένας αγώνα στον οποίο ενεπλάκησαν επίσης τα ριζοσπαστικά κομμάτια των συνδικάτων, ειδικά της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ιταλίας η οποία στηριζόταν από το Κομμουνιστικό και το Σοσιαλιστικό κόμμα[8]. Παρόμοιοι αγώνες έλαβαν χώρα και για τον κοινοτικό έλεγχο επί των αναπαραγωγικών αναγκών: φτηνή κοινωνική στέγαση, ελεγχόμενα χαμηλά ενοίκια, ασφαλείς μισθώσεις στον ιδιωτικό τομέα, μείωση του κόστους της οικιακής κατανάλωσης ηλεκτρισμού στο επίπεδο του κόστους της βιομηχανικής κατανάλωσης, και «δωρεάν» ή «προλεταριακά» ψώνια στα σουπερμάρκετ, όπως αυτά απεικονίζονται το 1974 στο θεατρικό έργο του Ντάριο Φο «Δεν Πληρώνω! Δεν Πληρώνω»[9]. Αργότερα μέσα στη δεκαετία, οι πολυτελείς ανάγκες και οι ανάγκες αναψυχής κατέστησαν υψίστης σημασίας για τους νεαρούς προλετάριους των πόλεων, ιδιαίτερα στο Μιλάνο, ως κομμάτι της κριτικής και αντίθεσής τους στον καταμερισμό της εργασίας του «δικαιώματος» της εργατικής τάξης στην κάλυψη των βασικών της αναγκών και το «δικαίωμα» της αστικής τάξης στην πολυτέλεια και τα προνόμια: αυτομειώσεις και απαλλοτριώσεις γευμάτων σε ακριβά εστιατόρια του κέντρου της πόλης, διεκδίκηση για δωρεάν πρόσβαση σε κάθε είδους πολιτιστικά δρώμενα, και μέρικες φορές άμεση εξάσκηση αυτής, είτε επρόκειτο για μια συναυλία του Λου Ριντ είτε για την κινηματογραφική προβολή μιας arthouse ταινίας[10].

Αυτές οι ευρύτερες συγκρούσεις στο πεδίο της κοινωνικής αναπαραγωγής συνδέονταν με την πάλη του γυναικείου κινήματος ενάντια στην πυρηνική οικογένεια ως τον χώρο καταμερισμού της αναπαραγωγικής και οικειακής εργασίας, και την πάλη τους για τον έλεγχο επί των σωμάτων και των ζωών τους μέσω πιο φιλελεύθερων και δεόντως εφαρμόσιμων νομοθεσιών σχετικά με το διαζύγιο και τις αμβλώσεις (πολλοί συντηρητικοί γιατροί στο δημόσιο σύστημα υγείας αρνούνταν να διενεργήσουν αμβλώσεις βασιζόμενοι σε ένα παραθυράκι του νόμου το οποίο επέτρεπε την «αντίρρηση συνείδησης», μερικοί εκ των οποίων μάλιστα συνέχιζαν να διενεργούν κρυφά αμβλώσεις σε δικές του συγκαλυμμένες κλινικές) καθώς και για τον εκδημοκρατισμό των ιατρικών και των κοινωνικών υπηρεσιών, απαιτώντας και μεγαλύτερη συμμετοχή γυναικών. Άλλες μορφές αγώνων αυτομείωσης, και γενικότερα αγώνων στο πεδίο της κοινωνικής αναπαραγωγής, διεξήχθησαν στις αρχές και τα μέσα της δεκαετίας του 1970 μέσα από στεγαστικές καταλήψεις και απεργίες ενοικίου, ιδίως στα περίχωρα της Ρώμης, μια ιδιαίτερα σκληρή σύγκρουση που δόθηκε από τους άστεγους, την περιθωριοποιημένη νεολαία και το άνεργο προλεταριάτο, μια σύγκρουση η οποία έγινε ένα από τα πρώτα σημεία εστίασης της Αυτονομίας στη Ρώμη.

gesto

Φεμινιστικές χειρονομίες με φόντο τον καθεδρικό ναό του Μιλάνο

Οι αγώνες στο πεδίο της αναπαραγωγικής εργασίας και ο μισθός για την οικιακή εργασία

Μερικές θεωρητικοί που αποχώρησαν από την Potere Operaio, ενεργές στο φεμινιστικό κίνημα, επικεντρώθηκαν στην κατηγορία της απλήρωτης αναπαραγωγικής εργασίας, η οποία θεωρούνταν ζωτικής σημασίας για την αναπαραγωγή της ζωντανής εργασίας και κατά συνέπεια του κεφαλαίου, ιδιαίτερα οι Dalla Costa και Τζέιμς στην γυναικεία απλήρωτη οικιακή εργασία[11], και η Fortunati στην αναπαραγωγική εργασία τόσο ως οικιακή εργασία όσο και ως σεξουαλική εργασία[12]. Στη βάση αυτής της διερεύνησης, ένα κομμάτι του γυναικείου κινήματος που βρισκόταν πιο κοντά στις οργανώσεις Potere Operaio και Lotta Continua, η Lotta Feminista[13], ξεκίνησε μια καμπάνια που έγινε διεθνώς γνωστή ως «Μισθός για την Οικιακή Εργασία», σε σύνδεση με την καμπάνια της Σέλμα Τζέιμς στις ΗΠΑ και αργότερα τη Βρετανία[14]. Τον Ιούνιο του 1974, η Rosso (η εβδομαδιαία εφημερίδα της Μιλανέζικης «Οργανωμένης Εργατικής Αυτονομίας»), συμμετέχοντας στο ντιμπέιτ ανάμεσα σε όσους διεκδικούσαν μισθό για την οικιακή εργασία και εκείνους που το έβλεπαν αυτό σαν μια «επικύρωση» της οικιακής εργασίας, δημοσίευσε μια έκθεση της Επιτροπής για τον Μισθό για την Οικιακή Εργασία της Πάδοβας Οικιακό Μισθό της Padua σε ένα τριήμερο συζητήσεων με το φεμινιστικό κίνημα στο Μέστρε, κοντά στη Βενετία[15].

Ένα μεγάλο πλήθος νοικοκυρών, δασκάλων, εμποροϋπαλλήλων και γραμματέων είχε συγκεντρωθεί για να αποκηρύξει την τριπλή τους εκμετάλλευση από τους εργοδότες τους, τους συζύγους τους και το κράτος, απορρίπτοντας την μιζέρια και τις άθλιες συνθήκες εργασίας που όλοι τους επέβαλλαν: «Ο αγώνας μας είναι ενάντια στα εργοστάσια, […] τα γραφεία, ενάντια στο να πρέπει να καθόμαστε μπροστά από ένα ταμείο όλη μέρα […] Δεν παλεύουμε για μια τέτοια οργάνωση της εργασίας, αλλά εναντίον της»[16]. Απέρριψαν τη θεώρηση των πολιτικών κομμάτων και των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων ότι η γυναικεία χειραφέτηση βρίσκονταν στην εξωτερική αμειβόμενη απασχόληση, και αντ’ αυτού απαιτούσαν από το κράτος, η πιο βασική δομή του οποίου ήταν η πυρηνική οικογένεια, να τους καταβάλλει μισθούς για την απλήρωτη οικιακή τους εργασία επειδή αναπαρήγαγαν και φροντίζαν την επόμενη γενιά πολιτών του και εργατών, καθώς και τους ηλικιωμένους και τους ασθενείς. Κατήγγειλαν επίσης την ανεπάρκεια των λιγοστών «κοινωνικών υπηρεσιών» που παρέχονταν, την έλλειψη παιδικών σταθμών και νηπιαγωγείων τόσο για τις νοικοκυρές όσο και για τις εργαζόμενες γυναίκες, καθώς και την αντικειμενοποίηση και κακοποίηση των γυναικείων σωμάτων από το «ανδροκρατούμενο» δημόσιο σύστημα υγείας. Καλούσαν τις γυναίκες να διεκδικήσουν εκ νέου τα σώματα τους και να πάρουν τον έλεγχο των ζωών τους:

Εμείς οι γυναίκες πρέπει να απορρίψουμε τους όρους της απλής επιβίωσης που το κράτος θέλει να μας παρέχει, πρέπει πάντα να διεκδικούμε όλο και περισσότερα, να επανοικιοποιηθούμε τον πλούτο που κλέβεται από τα χέρια μας καθημερινά ώστε να έχουμε περισσότερα χρήματα, περισσότερη δύναμη, περισσότερο ελεύθερο χρόνο για να περάσουμε με άλλους ανθρώπους, γυναίκες, ηλικιωμένους, παιδιά, όχι ως προσαρτήσεις αλλά ως κοινωνικά άτομα[17].

Το Μιλάνο υπήρξε το κύριο κέντρο του γυναικείου κινήματος και οι γυναίκες της Rosso και της Αυτονομίας συχνά βρίσκονταν καταρρακωμένες από τη «διπλή στράτευσή» τους. Συνέβαλαν στις συζητήσεις σχετικά με τη βία και την υποκειμενικότητα τόσο εντός του φεμινισμού όσο και της Αυτονομίας, από τη θέση ότι «η βία [θεωρούμενη ως επιθετική αυτο-επιβεβαίωση σαν ένα αντίδοτο στις πατριαρχικές αναπαραστάσεις της γυναικείας παθητικότητας και υποταγής], αποτελεί τη βάση της υποκειμενικότητας»[18]. Πέρα από αυτό, τα βασικά πεδία παρέμβασης ήταν το εργοστάσιο και η άρνηση εργασίας (μαζί με τη Γυναικεία Συλλογικότητα της Lotta Continua), οι διακρίσεις στους εργασιακούς χώρους, η απορρυθμισμένη αδήλωτη εργασία, οι φυλακές, η σεξουαλική βία και οι μάτσο συμπεριφορές εντός της Αυτονομίας και γενικότερα του «κινήματος», καθώς και το σώμα και η υγεία. Έκαναν δράσεις στα νοσοκομεία αναφορικά με την άνιση σχέση γιατρού-ασθενή και κατήγγελναν τους γιατρούς εκείνους και τα ιατρικά κέντρα που αρνούνταν τις αμβλώσεις, καθώς και αναφορικά με το σύστημα υγείας γενικότερα το οποίο θυματοποιούσε τις γυναίκες και δεν κάλυπτε τις πραγματικές ιατρικές τους ανάγκες. Άλλο πεδίο παρέμβασης ήταν ο διεθνής «σολινταρισμός αντί για αλληλεγγύη», βασισμένος στη φεμινιστική πρακτική του «να ξεκινάς από τον εαυτό σου». Βρίσκονταν επίσης σε επαφή με ριζοσπάστριες σεπαρατίστριες φεμινίστριες, οι οποίες χρησιμοποιούσαν την ψυχανάλυση για την «έγερση συνείδησης» και βρίσκονταν κοντά στο Ριζοσπαστικό Κόμμα, αν και οι σχέσεις τους με το ευρύτερο φεμινιστικό κίνημα που έδινε έμφαση στην ιδιωτική σφαίρα, την έγερση συνείδησης και την μη-βία, χαρακτηριζόταν από αρκετές διαμάχες. Η κατάληψη του καθεδρικού ναού του Μιλάνου, το θρησκευτικό σύμβολο της επίσημής του ταυτότητας, υπήρξε μια κοινή δράση για την καταγγελία της αρνητικής επιρροής της Καθολικής Εκκλησίας στον έλεγχο των γυναικών επί των σωμάτων και των ζωών τους. Άλλες δράσεις έγιναν για την αμφισβήτηση της στερεοτυπικής αναπαράστασης των γυναικών στην πατριαρχική καπιταλιστική κοινωνίας ως παθητικά, καταναλωτικά, σεξουαλικά αντικείμενα. Οι δράσεις αυτές στρέφονται και ενάντια σε καταστήματα νυφικών και γραφεία συνοικεσίων. Συμμετείχαν επίσης στο «Ελεύθερο Πανεπιστήμιο Γυναικών» της  Lea Melandri, όπου νοικοκυρές και διανοούμενες διετέλεσαν ένα διαταξικό έργο σχετικά με την αναπαράσταση των γυναικών στην καπιταλιστική κοινωνία. Η συνάντηση του Rosso με τον ριζοσπαστικό φεμινισμό παρήγαγε δύο περιοδικά, το Malafemina και το Noi testarde[19], κάνοντας την «πολιτική του προσωπικού» και την αμφισβήτηση των έμφυλων ρόλων κομμάτι της συλλογικής ταυτότητας της Αυτονομίας, μολονότι η διχογνωμία με τη θέση της Οργανωμένης Εργατικής Αυτονομίας για τη «κεντρικότητα των εργατών» υπήρξε σταθερή[20].

522264_10151077889613204_906244543_n

Κατειλημμένο πανεπιστήμιο, Ρώμη, Φεβρουάριος 1977

Οι αγώνες στα σχολεία και τα πανεπιστήμια

Οι μετα-εργατιστές της Αυτονομίας αναγνώριζαν επίσης την διανοητική εργασία των φοιτητών ως αναγκαία για την αναπαραγωγή του υψηλά ειδικευμένου τμήματος του εργατικού δυναμικού (αυτό που ονομάζεται «γενικός νους» στα Grundrisse του Μαρξ) και του διανοητικού κεφαλαίου ως ευφυΐα και γνώση, και οι σπουδές τους για μια καλύτερη θέση στην αγορά εργασίας θεωρούνταν ως απλήρωτη αναπαραγωγική εργασία. Αυτή υπήρξε μια από τις θεωρητικές καινοτομίες που βοήθησαν τον εργατισμό το 1968-1969 να ξεπεράσει το ιστορικό χάσμα ανάμεσα σε δύο από τις κύριες ανταγωνιστικές ομαδοποιήσεις της ώριμης καπιταλιστικής κοινωνίας -τη βιομηχανική εργατική τάξη και τους φοιτητές, οι οποίοι μέχρι τότε προέρχονταν κυρίως από την μεσαία τάξη- και να χτίσει τη συμμαχία η οποία θα σχημάτιζε τη βάση του Θερμού Φθινόπωρου και του «Μακρύ Ιταλικού 1968». Εδώ και πάλι το ζήτημα της ταξικής σύνθεσης θα ήταν καίριο για την ερμηνεία της εμφάνισης των φοιτητών ως ένα μαζικό κίνημα, όχι απλώς για την πολυπόθητη μεταρρύθμιση του πανεπιστημιακού συστήματος, αλλά για τον ριζοσπαστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Καθώς η ιταλική οικονομία διευρυνόταν και η κοινωνία αστικοποιούνταν [urbanised] κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, υπήρξε μια αυξανόμενη ανάγκη για καταρτισμένους επαγγελματίες, τεχνοκράτες και γραφειοκράτες τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Συνεπώς, η κοινωνική βάση των εισαχθέντων στο πανεπιστήμιο διευρύνθηκε ώστε να συμπεριλάβει έναν μεγάλο αριθμό φοιτητών που προέρχονταν από την εργατική τάξη. Ταυτόχρονα, το «Θαύμα» της πρωτόγνωρης οικονομικής ανάπτυξης και της σχετικής ευημερίας από τη δεκαετία του 1950, σήμαινε ότι πολλές εργατικές οικογένειες είχαν για πρώτη φορά την οικονομική δυνατότητα να στείλουν τουλάχιστον ένα παιδί τους στην ανώτατη εκπαίδευση, το οποίο μπορούσε τότε να φιλοδοξεί σε κοινωνικά ανοδική κινητικότητα.

Ωστόσο, παρά τις κεντροαριστερές μεταρρυθμίσεις της δεκαετίας του 1960, το εκπαιδευτικό σύστημα ήταν τελείως ανίκανο να υλοποιήσει τέτοιες φιλοδοξίες και, σύμφωνα με τον Robert Lumley[21], έγινε μια από τις κύριες αιτίες του ιταλικού φοιτητικού κι εργατικού ξεσηκωμού του 1968-1969. Μέχρι το 1974, υπήρξαν μαζικές κινητοποιήσεις των μαθητών και των γονιών τους, ιδίως των γυναικών, σε όλη την Ιταλία ενάντια στο ρημαγμένο και υποχρηματοδοτούμενο εκπαιδευτικό σύστημα, που ήταν ένα από τα πρώτα πεδία δημόσιων δαπανών που χτυπήθηκαν από τα μέτρα λιτότητας μετά την πετρελαϊκή κρίση[22]. Οι γονείς μαζί με τα παιδιά διαδήλωναν και καταλάμβαναν τα σχολεία που άδειαζαν από τις διαδηλώσεις ενάντια στην τεράστια έλλειψη αιθουσών διδασκαλείας, εξοπλισμού, υλικών και δασκάλων οδηγώντας πολλές περιοχές, ειδικά στον φτωχότερο Νότο, να λειτουργούν με ένα σύστημα part-time εκπαίδευσης με βάρδιες. Ακόμα χειρότερα, ο πληθωρισμός και τα μέτρα λιτότητας οδήγησαν τις τιμές των σχολικών βιβλίων σε τιμές που δεν ήταν προσβάσιμες για πολλές εργατικές οικογένειες. Παράλληλα, ο Malfatti, ο Χριστιανοδημοκράτης υπουργός Παιδείας, διέταξε την απόλυση των στρατευμένων αριστερών δασκάλων και ο συνολικός αριθμός των δασκάλων μειώθηκε καθώς 600.000 υποψήφιοι καθηγητές έκανα αίτηση για 23.000 θέσεις εργασίας[23]. Η διάλυση του εκπαιδευτικού συστήματος από την κυβέρνηση στις εργατικές περιοχές εξισορροπήθηκε από τη σύσταση των «Σχολικών Συμβουλίων», τα οποία αποτελούνταν από εκπροσώπους γονέων, δασκάλων και μαθητών με στόχο, όπως και στην περίπτωση των Εργοστασιακών Συμβουλίων στη βιομηχανία, να «θεσμικοποιήσουν την πάλη στα σχολεία και να επαναφέρει τον πολιτικό έλεγχο της Δεξιάς»[24].

Οι εκπαιδευτικές περικοπές θεωρήθηκαν επίσης σαν μια πολιτική επίθεση σε μια από τις βασικές ανταγωνιστικές κοινωνικές ομάδες, η οποία είχε αναπτύξει στενή συμμαχία με το γενικότερο αυτόνομο εργατικό κίνημα από το 1968. Τον Οκτώβριο του 1974, 45 δευτεροβάθμια σχολεία και εκπαιδευτικά κολλέγια ενηλίκων στο Τορίνο κατέβηκαν σε απεργία σε αλληλεγγύη της εθνικής απεργίας στη FIAT στις 17 Οκτωβρίου, και 4.000 φοιτητές και δάσκαλοι διαδήλωσαν στο κέντρο της πόλης για να καταλήξουν σε πικετοφορία στην κεντρική πύλη του εργοστάσιου Mirafiori. Σχηματίστηκε μια αναλογία μεταξύ του αριθμού των ανθρώπων που έχαναν την δουλειά τους και του αυξανόμενου αριθμού παιδιών της εργατικής τάξης που αποτυγχάναν στις εξετάσεις και απορρίπτονταν από το εκπαιδευτικό σύστημα. Τον ίδιο μήνα έγιναν σχολικές απεργίες και διαδηλώσεις σε όλη την Ιταλία με κοινά αιτήματα την κατάργηση της part-time εκπαίδευσης, τον σχηματισμό μικρότερων τάξεων, προγράμματα για την άμεση ανοικοδόμηση νέων σχολείων και σχολικών αιθοσών, καμία μείωση του αριθμού των δασκάλων, καλύτερες εγκαταστάσεις και συνθήκες υγιεινής, τη διάθεση των χρηματικών πόρων που παρακρατούσαν τα τοπικά συμβούλια, δωρεάν συγκοινωνίες, βιβλία και μαθητικό εξοπλισμό, και δωρεάν παιδικούς σταθμούς για τα παιδιά προσχολικής ηλικίας. Αναπτύχθηκαν δεσμοί ανάμεσα στις επιτροπές που έτρεχαν την καμπάνια ενάντια στις εκπαιδευτικές περικοπές και το αυτόνομο εργατικό κίνημα.

Στη Ρώμη, 3.000 οικοδόμοι και μηχανικοί συμμετείχαν σε μια διαδήλωση ενάντια στις περικοπές στην εκπαίδευση. Οι φοιτητές και οι εργάτες δημιούργησαν από κοινού επιτροπές επιβατών ενάντια στην αύξηση των εισιτηρίων στα ΜΜΜ. Οι γυναίκες ήταν ιδιαίτερα ενεργές σε αυτό το ζήτημα, όπως ουσιαστικά και σε όλα τα κοινωνικά ζητήματα στα μέσα της δεκαετίας του 1970, που ήταν η κορύφωση της φάσης της μαζικής κινητοποίησης του γυναικείου κινήματος, κάνοντας πορείες στα σχολεία, οργανώνοντας πικετοφορίες, καταλαμβάνοντας σχολικές αίθουσες, στήνοντας οδοφράγματα, απαιτώντας καλύτερα σχολεία και παιδικούς σταθμούς[25]. Αυτές οι κινητοποιήσεις ήταν αυτοοργανωμένες με την συμμετοχή της Αυτονομίας, των ομάδων της Νέας Αριστεράς, ιδιαίτερα της Lotta Continua στο Νότο, καθώς και μερικών συνδικάτων, αλλά κυρίως χαρακτηρίζονταν από την αυτονομία τους και την εχθρότητά τους προς τα πολιτικά κόμματα.

Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο του νεανικού κινήματος στα μέσα της δεκαετίας του 1970 ήταν οι «αυτόνομες μαθητικές συλλογικότητες». Στα δευτεροβάθμια σχολεία, οι μαθητές και οι γονείς απαιτούσαν και εφάρμοζαν την άμεση συμμετοχή τους στην λήψη των αποφάσεων, η οποία προηγουμένως ρυθμίζονταν από θεσμικούς εκλογικούς κανόνες και σώματα αντιπροσώπων. Έτσι γεννήθηκαν στις αρχές των 70s οι αυτόνομες μαθητικές συλλογικότητες, μια από τις κοινωνικές βάσεις της Αυτονομίας και του κινήματος του 1977. Οργάνωναν απεργίες, καταλήψεις, «δίκες» και εκδιώξεις φασιστών, και αυτομορφώσεις όπου οι μαθητές αμφισβητούσαν και έδιωχναν τους συντηρητικούς καθηγητές τους και έκαναν το μάθημα μόνοι τους, κάποιες φορές για ολόκληρους μήνες. Αυξανόμενα, η σύγκρουση μέσα και έξω από τα λύκεια έλαβε χώρα όχι μόνο ενάντια στη FUAN και τις άλλες νεο-φασιστικές νεολαίες αλλά επίσης και με τη FGCI, την νεολαία του ΚΚΙ, και την Comunione e Liberazione, ένα φονταμενταλιστικό Καθολικό νεολαιίστικο κίνημα. Στις πιο ριζοσπαστικές περιπτώσεις, οι αυτόνομοι μαθητές «απελευθέρωναν» στην πράξη σχολεία από την λειτουργία τους συνολικά ως θεσμοί για την εμφύσηση των καπιταλιστικών αξιών αφομοίωσης που βασίζονταν στην εργασία και την οικογένεια, μετατρέποντας τα σε πρότυπα «κοινωνικά κέντρα»[26].

foto27

Διαδήλωση αυτόνομων, Piazza Esedra, Ρώμη, Μάρτης 1977

Κοινωνική Αυτονομία: ο κοινωνικός εργάτης στο κοινωνικό εργοστάσιο

Ένα από τα βασικά σημεία της Αυτονομίας που τη διαχώρισε από τον «γραφειοκρατικό λεγκαλισμό» των περισσότερων ομάδων της Νέας Αριστεράς ήταν η πρακτική της «μαζικής παρανομίας» που εκφράζονταν μέσα από τις στεγαστικές καταλήψεις, τις καταλήψεις δημόσιων χώρων, την αυτομείωση πολιτιστικών και κοινωνικών εξόδων, και τις μορφές κοινωνικής απαλλοτρίωσης όπως «τα προλεταριακά ψώνια». Η Νέα Αριστερά, η οποία συνέχισε να δίνει βάρος στους αγώνες στο πεδίο της παραγωγής, εναντιώθηκε σε αυτή την πρακτική θεωρώντας την ως έναν «υποπρολεταριακό» τυχοδιωκτισμό. Ο εγκωμιασμός, από την Αυτονομία, της «προλεταριακής παρανομίας ενάντια στην αστική νομιμότητα» ως μια πτυχής της «άρνησης εργασίας» επεκτεινόταν και σε μικροπαραβατικές συμπεριφορές· την ατομική παράκαμψη του νόμου στην καθημερινή ζωή, χαρακτηριστική της ιταλικής προλεταριακής τέχνης της επιβίωσης, ιδιαίτερα στο Νότο όπου η φτώχεια κι η μαζική ανεργία αποτελούσε κοινωνικό φαινόμενο. Εδώ, η Αυτονομία του Νότου [Autonomia meridionale] έγινε μια διάχυτη κοινωνική δύναμη στους κόλπους των εργατών, των ανέργων και των κοινοτήτων τους, αν και αγνοήθηκε σχετικά από τη δημοσιογραφική εκστρατεία ενάντια στην Οργανωμένη Εργατική Αυτονομία στα μέσα της δεκαετίας του 1970, η οποία βρισκόταν κυρίως στη Βόρεια και Κεντρική Ιταλία.

Ο «χώρος της διάχυτης Αυτονομίας» (ή κοινωνικής αυτονομίας) ήταν το ευρύτερο κίνημα εργατών, μαθητών/φοιτητών, γυναικών και νεολαίων οι οποίοι προτιμούσαν να αναπτύσσουν τον ανταγωνισμό τους προς την καπιταλιστική κοινωνία μέσω ενός οριζόντιας δικτυακής δομής, εξασφαλίζοντας έτσι την αυτονομία του κάθε κομματιού και της κάθε τοπικής πραγματικότητας, από οποιαδήποτε προσπάθεια ενοποίησης και ομογενοποίησης εντός μιας εθνικής κομματικής δομής, και συνεπώς βρίσκονταν σε αντίθεση με τον δηλωμένο στόχο της τάσης της Οργανωμένης Εργατικής Αυτονομίας για την ανάγκη δημιουργίας ενός «Κόμματος της Αυτονομίας»[27]. Αυτή η «αυτονομία της περιφέρειας από το κέντρο» υπήρξε στενά συνδεδεμένη με τη διαφορετική κοινωνική σύνθεση της Αυτονομίας (ένα μείγμα «υποπρολεταριάτου και μορφωμένου προλεταριακού εργατικού δυναμικού. […] Της εισβολής των φοιτητών χωρίς μέλλον»)[28], συγκριτικά με τη σύνθεση της Potere Operaio και του ευρύτερου αυτόνομου εργατικού κινήματος, που βασίζονταν περισσότερο στον εργάτη-μάζα:

Μπορεί κανείς να μιλήσει για την αυτονομία των εργατών οι οποίοι τείνουν να αρνηθούν την επιβίωσή τους ως τέτοιοι και να διεκδικήσουν τις ζωές τους ως κομμουνιστές, για την αυτονομία των προλεταριοποιημένων οι οποίοι απορρίπτουν την εμπορευματική-θεαματική κοινωνία, τοποθετώντας τους εαυτούς τους εναντίον της (κανείς δεν πιστεύει ότι είναι έξω από αυτήν)[29].

Η Οργανωμένη Εργατική Αυτονομία διέφερε με τον «χώρο της κοινωνικής αυτονομίας» και των άλλων νέων κοινωνικών κινημάτων. Ωστόσο, η ανομοιογενής και περιορισμένη βάση ακόμη και αυτού του πιο επίσημα οργανωμένου τμήματος της Αυτονομίας, το οποίο προσπάθησε ανεπιτυχώς να ευνοήσει την κομματική μορφή, αν και με διαφορετική αμφίεση, είχε αντιθετικά τοπικά χαρακτηριστικά και κοινωνικές συνθέσεις ανάμεσα στις κύριες τοποθεσίες της: στο Μιλάνο, ήταν περισσότερο συνδεδεμένη με τους εργοστασιακούς αγώνες και τα νεώτερα μετα-φορντικά παραγωγικά κυκλώματα, αλλά επίσης και με αγώνες σχετικά με την αναπαραγωγή και την αυτομείωση των κοινωνικών εξόδων· στην Πάδοβα, γύρω από το μαθητικό/φοιτητικό κίνημα, τη συγκοινωνία και τα ζητήματα της νεολαίας, αλλά εμπλέκονταν επίσης στους αγώνες των Αυτόνομων Εργατικών Συνελεύσεων, στα μετα-φορντικά εργοστάσια και sweatshops· στη Ρώμη, αναπτύχθηκε μια πιο «λαϊκίστικη», και επηρεασμένη από τον συμβουλιακό κομμουνισμό, εκδοχή στις τάξεις των άνεργων και περιθωριοποιημένων νεολαίων της αστικής περιφέρειας, αλλά επίσης ανάμεσα στον αναπτυσσόμενο αριθμό των εργατών του τομέα των υπηρεσιών, με μια ιδιαίτερη έμφαση στον διεθνισμό.

Η Rosso, μιλανέζικη εφημερίδα της Οργανωμένης Εργατικής Αυτονομίας, έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τους αγώνες στην κοινωνική αναπαραγωγή:

H σημαντικότερη καινοτομία [της Rosso] βρίσκεται στην αναγνώριση ότι το εργοστάσιο […] δεν είναι το μόνο πεδίο όπου πρέπει να αναπτυχθεί η πρωτοβουλία της πάλης. Άλλες, πρότερα παραμελημένες, κοινωνικές συνθήκες λαμβάνουν έναν όλο και σημαντικότερο ρόλο: αυτές των γυναικών, της νεολαίας και των περιθωριοποιημένων, που ποτέ πριν δεν θεωρήθηκαν ως πολιτικά υποκείμενα. Καταπιάνονται με θέματα και προβλήματα όχι άμεσα πολιτικά αλλά θεμελιώδη, όπως οι προσωπικές σχέσεις και οι «γενικοί όροι της ζωής». Συνεπώς, η εφημερίδα ξεχώρισε να απευθυνθεί σε τρία διαφορετικά πεδία της δημόσιας σφαίρας: τα εργοστάσια, στα οποία ήταν αφιερωμένο το τμήμα Rosso fabbrica, αποτελούμενο κυρίως από παρεμβάσεις αυτόνομων επιτροπών διάφορων εργοστασίων (Porto Marghera, Alfa Romeo, Zanussi κλπ) […]· Το Rosso scuola, που περιλάμβανε τις ευρύτερες συζητήσεις και ειδήσεις από τις σχολικές επιτροπές· και το Rosso tuto il resto, όπου δίνονταν χώρος στα κομμάτια του  νεανικού κινήματος που ήταν οργανωμένα έξω από ομάδες, και στα κομμάτια του φεμινιστικού κινήματος, που μάχονταν ενάντια στην περιθωριοποίηση. […] Ήταν ένα από τα πρώτα περιοδικά που ασχολήθηκε με τον μετασχηματισμό […] από τον εργάτη-μάζα της μεγάλης συγκεντρωτικής βιομηχανίας στον κοινωνικό εργάτη του διάχυτου στον χώρο εργοστασίου. […] Αυτό το νέο πολιτικό υποκείμενο θα είχε το σημείο της μέγιστης έκφρασης του στο κίνημα του 1977. Στις αρχές του 1978 το περιοδικό αναγνώρισε τέσσερα πεδία παρέμβασης και συζήτησης:
1) την άμεσα παραγωγική εργασία, «για την μείωση της εργάσιμης μέρας και για την κατάκτηση χρόνου απελευθερωμένου από την εργασία»· 2) τις δημόσιες δαπάνες, «ως την κεντρική στιγμή του καπιταλιστικού ελέγχου και της μείωσης του κόστους της κοινωνικής αναπαραγωγής»· 3) το πυρηνικό κράτος και την παραγωγή θανάτου· 4) τη νομιμοποίηση της επαναστατικής δράσης, ενάντια στον κατασταλτικό μηχανισμό που κινητοποιεί το κράτος για τη διαιώνιση της κυριαρχίας του[30].

Η «διάχυτη» και «δημιουργική» Αυτονομία, κομμάτια της «κοινωνικής αυτονομίας», αποτελούνταν από την μητροπολιτική νεολαία της αντικουλτούρας, της ανεργίας και την ημιαπασχόλησης, από φοιτητές, ριζοσπάστριες φεμινίστριες, ομοφυλόφιλους, τους «αδέσποτους» (ανένταχτους μιλιτάντηδες και ακτιβιστές). Η ανεργία στους νέους και τους πτυχιούχους έφτασε σε επίπεδα κρίσης στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Πολλοί νεολαίοι επέλεξαν συνειδητά να αποφύγουν ακόμη και να ψάξουν για δουλειά (για να μην αναφερθούμε και στην «άρνηση εργασίας» στα τέλη της δεκαετίας του 1960). Όλο και περισσότεροι εγκατέλειπαν τον αποπνικτικό πατριαρχικό αυταρχισμό της παραδοσιακής ιταλικής πυρηνικής οικογένειας για να ζήσουν συλλογικά, συχνά σε κατειλημμένα διαμερίσματα και κάποιες φορές σε κοινόβια[31]. Επιβίωναν εν μέρει μέσω «μαύρης εργασίας»[32] και εν μέρει μέσω μαζικών απαλλοτριώσεων τροφίμων από σουπερμάρκετ και εστιατόρια, αλλά επίσης και μέσω της «αυτομείωσης» σε εισιτήρια λεωφορείων, ροκ συναυλιών και κινηματογράφου:

[Ήταν] μια κατακλυσμιαία διαδικασία διάχυτης οργάνωσης, οι πραγματικοί πρωταγωνιστές της οποίας ήταν νεαροί προλετάριοι, περιθωριακοί στις οργανωμένες αυτόνομες ομάδες, αλλά ενταγμένοι στη δυναμική ενός αυθόρμητου, ηφαιστειώδους, ανεξέλεγκτου συσσωματώματος[33].

Η εμπειρία των «Κύκλων Νεανικού Προλεταριάτου» επικεντρώθηκε στην μητροπολιτική περιφέρεια, όπως οι μιλανέζικες συνοικίες Quarto Oggiaro και Sesto San Giovani, όπου οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης των μέσων της δεκαετίας του 1970 έγιναν περισσότερο αισθητές. Η εκπλήρωση των πιο σύνθετων επιδιώξεων του ατόμου έπρεπε να επιτευχθεί «εδώ και  τώρα» και όχι να αναβληθεί μέχρι την μελλοντική εκλογή μιας αριστερής κυβέρνησης ή τα επακόλουθα μιας σοσιαλιστικής επανάστασης. Παρομοίως, δεν υπήρχαν αιτήματα για «το δικαίωμα στην εργασία», αλλά αντίθετα για ένα «εγγυημένο κοινωνικό εισόδημα». Οι ηθικές αξίες της αυτοθυσίας, της λιτότητας και της «αξιοπρέπειας της εργασίας», κεντρικές στην «ηθική κουλτούρα» και την οικονομική πολιτική που προωθούσε το ΚΚΙ, απορρίπτονταν προς όφελος του «δικαιώματος στην πολυτέλεια». Όλα αυτά μέσα στα βάθη της χειρότερης οικονομικής κρίσης της μεταπολεμικής Ιταλίας, την οποία το ΚΚΙ επιδίωκε να ωθήσει την ιταλική εργατική τάξη να τη δεχτεί ως «δική της» και όχι απλώς του κεφαλαίου. Αντί για αιτήματα, υπήρχαν διάχυτες συμπεριφορές και πρακτικές, όπως τα προλεταριακά ψώνια και η αυτομείωση, αυτή τη φορά όμως σε εστιατόρια, κινηματογράφους και συναυλίες, όπως και στη συγκοινωνία και τους οικιακούς λογαριασμούς: «Τα περιττά [βρίσκονταν] στο κέντρο των διεκδικήσεών [τους], προκαλώντας αγανάκτηση και πανικό στους πολιτικούς και τους δημοσιογράφους, διανοούμενους και βιομήχανους»[34].

Προτείνονταν μια ακραία εκδοχή της ιδεολογίας του καταναλωτισμού, που περιλάμβανε την ανάγκη και το δικαίωμα της κατανάλωσης όλων των ειδών προϊόντων, ανεξάρτητα από τη τρέχουσα οικονομική συγκυρία. Πράγματι, ακόμα και ανάμεσα στα πιο ελευθεριακά κομμάτια των κοινωνικών κινημάτων όπως το αντικουλτουριάρικο περιοδικό Re Nudo, υπήρχε μια ανησυχία για  τον «θάνατο [των συλλογικών ιδανικών] της προλεταριακής νεολαίας»[35], καθώς αυτή η καινούρια, πιο ατομικιστική νεανική κουλτούρα, βασισμένη περισσότερο στην «υποκειμενικότητα» αντί για την «αλληλεγγύη», ξεπέρασε τα όρια της μετά του 1968 αντικουλτούρας στο Ελεύθερο Φεστιβάλ Parco Lambro στο Μιλάνο τον Ιούνιο του 1976. Η απαλλοτρίωση εναλακτικών προϊόντων, η πρωταγωνιστική θέση των θεατών αντί των καλλιτεχνών, ο φεμινιστικός σεπαρατισμός και η αναπτυσσόμενη ορατότητα του προβλήματος της ηρωίνης οδήγησε το Φεστιβάλ να καταρρεύσει και έμοιαζε να σηματοδοτεί το τέλος του ιδανικού του συλλογικού μετασχηματισμού της καθεστηκυίας τάξης[36].

Το γεγονός που προμήνυσε το κίνημα του 1977 ήταν οι ταραχές των Κύκλων Νεανικού Προλεταριάτου και άλλων από τον «χώρο της Αυτονομίας» έξω από την όπερα της Σκάλας του Μιλάνου ενάντια στην πρώτη βραδιά της σεζόν τον Δεκέμβριο του 1976, μια πρώτη επίδειξη ενός νέου είδους βίας, που άνηκε περισσότερο σε νεανικές μητροπολιτικές συμμορίες παρά στην κλασσική άκρα αριστερά, εκφράζοντας την «προ-πολιτική» οργή της άνεργης, περιθωριοποιημένης νεολαίας των «οικιστικών περιοχών», διάτρητης από την απογοήτευση και την επιδημία της ηρωίνης, ενάντια στην πολιτική της λιτότητας και της θυσίας[37]:

[Φέτος] η πρεμιέρα στη Σκάλα είναι -για την μιλανέζικη μεσαία τάξη- μια περίσταση πολιτικής επιβεβαίωσης και μια επίδειξη δύναμης επί του προλεταριάτου […] αποτελεί μια προσβολή προς το προλεταριάτο, που εξαναγκάζεται να κάνει θυσίες ώστε η μπουρζουαζία να μπορεί να πάει στην πρεμιέρα της. Η πρεμιέρα της Σκάλας σήμερα είναι μια πολιτική ημερομηνία. Η προλεταριακή νεολαία παρουσιάζεται, μαζί με το γυναικείο κίνημα, ως ο πυροκροτητής κι η πολιτιστική πρωτοπορία για την πυροκρότηση της υπάρχουσας ισορροπίας των δυνάμεων μεταξύ των τάξεων, αλλά υπάρχει κάτι περισσότερο απ’ ότι το 1968. Η λογική της θυσίας είναι η αστική λογική που λέει: για τους εργάτες μακαρόνια, για τις μεσαίες τάξεις χαβιάρι. Εμείς διεκδικούμε το δικαίωμα μας στο χαβιάρι: […] επειδή κανείς δεν μπορεί ποτέ να μας πείσει ότι σε περιόδους θυσιών η μπουρζουαζία μπορεί να πάει στην πρεμιέρα αλλά εμείς όχι, ότι μπορεί να τρώει παρμεζάνα αλλά εμείς όχι, ή ακόμα ότι μπορεί να μας αναγκάσουν να λιμοκτονήσουμε. Τα προνόμια που η μεσαία τάξη κρατάει για τον εαυτό της είναι δικά μας, εμείς πληρώνουμε γι’ αυτά. Αυτός είναι ο λόγος που θέλουμε να τους νικήσουμε, και το κάνουμε ως ζήτημα αρχής […] Το δικαίωμα του να καταλάβουμε μερικά από τα προνόμια της μεσαίας τάξης έχει υπάρξει ένα καινούριο στοιχείο ήδη από το 1968, χτες κλούβια αυγά σήμερα αυτομείωση […] Ο Grassi, «σοσιαλιστής» και διευθυντής της Σκάλας, μας είπε πως είναι σωστό να χρεώνει τη μεσαία τάξη που θέλει να πάει στη πρεμιέρα 100.000 ιταλικές λιρέττες το κεφάλι, ώστε να μπορέσει να χρηματοδοτηθεί η πολιτιστική παραγωγή· εμείς απαντάμε πως τα έσοδα από τις πρεμιέρες πρέπει να πάνε στα κέντρα του αγώνα ενάντια στην ηρωίνη, ότι η κουλτούρα πρέπει να είναι για τους προλετάριους [38].


L7_76_07_12

Διαδήλωση ανέργων στη Νάπολη, Ιούλιος 1976

 Τα κινήματα των ανέργων για έναν εγγυημένο κοινωνικό μισθό

Ένα μεγάλο τμήμα του κινήματος των οργανωμένων ανέργων στη Νάπολη συμμετείχε επίσης στην «Αυτονομία του Νότου», το σχετικά ξεχασμένο κομμάτι του κινήματος του λιγότερο ανεπτυγμένου Νότου. Ήταν μεταξύ των αυτοοργανωμένων κινήματα των ανέργων της Νάπολης και του Καταντζάρο που η «Αυτονομία του Νότου» είχε μεγαλύτερο αντίκτυπο, μέσω της διεκδίκησης για έναν επαρκή «εγγυημένο κοινωνικό μισθό» που θα παρέχεται από το κράτος ώστε να αντιμετωπιστεί η κοινωνική καταστροφή που προκλήθηκε από την ενδημική ανεργία και την οικονομική υποανάπτυξη. Οι ιστορικοί αγώνες των ανέργων για εργασία στη Νάπολη, το φτωχότερο μεγάλο αστικό κέντρο της Ιταλίας, και γενικότερα οι αγώνες αυτοί σε όλη τη Νότια Ιταλία, φαίνονταν να αντιφάσκουν με την άρνηση της εργασίας του κινήματος. Στην πραγματικότητα, οι άνεργοι θεωρούνταν ότι εκτελούσαν «απλήρωτη εργασία»: μέσω της αναγκαίας τους «αναζήτηση εργασίας» για μια πηγή εισοδήματος, άθελά τους συμπιέζαν τους μισθούς στο Νότο και τελικά σε ολόκληρη την εθνική οικονομία λειτουργώντας σαν ένας εφεδρικός στρατός βιομηχανικής εργασίας, εκτελώντας οπότε μια λειτουργία ζωτικής σημασία για το κεφάλαιο. Οι Ναπολιτάνοι άνεργοι γνώριζαν καλά την αντικειμενική τους αυτή καπιταλιστική λειτουργία, και οδηγήθηκαν σε μια εκστρατεία μέσω, μερικές φορές βίαιων, μαζικών διαδηλώσεων και πικετοφοριών στα γραφεία του δημοτικού συμβουλίου διεκδικώντας έναν «εγγυημένο κοινωνικό μισθό» και αύξηση των κοινωνικών παροχών, ώστε να μην αναγκάζονται να αποδέχονται μειωμένους μισθούς και να μπορούν να καθυστερούν αν χρειαστεί την είσοδό τους στην αγορά εργασίας.

Η μαζική ανεργία έσπειρε επίσης το χάος και στις εργατικές κοινότητες του βιομηχανικού Βορρά που ήταν συνηθισμένες σε ασφαλή, ανοδικά εισοδήματα κατά την προηγούμενη 20ετία, και υπήρξε μια σημαντική αύξηση στις αυτοκτονίες μεταξύ των απολυμένων εργοστασιακών εργατών σε πόλεις όπως το Τορίνο στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Ωστόσο, για τη γενιά «Χωρίς Μέλλον» του «κοινωνικού εργάτη», και ιδιαίτερα για το Κίνημα του 1977, η ανεργία θεωρούνταν σαν μια αναπόφευκτη μοίρα η οποία όμως μπορούσε να μετατραπεί σε μια θετική ατομική και συλλογική ευκαιρία υπό τις σωστές συνθήκες: όχι μόνο για «αρνηθούν την εργασία», αλλά επίσης για να θεμελιωθεί αυτό που ο Virno αποκάλεσε «κοινωνία της μη-εργασίας», βασισμένη περισσότερο στην «έξοδο» από την εργασία ως το καθοριστικό βίωμα για τον σχηματισμό της ταυτότητας αντί η αντίσταση στην εργασία στους εργασιακούς χώρους[39].

Το πόσο επιτυχημένη υπήρξε αυτή ο καμπάνια άρνησης του εκβιασμού της ανεργίας παραμένει ασαφής. Η κατάρρευση της Αυτονομίας και των περισσότερων από τα νέα κοινωνικά κινήματα στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η οξεία αύξηση της εξάρτησης στην ηρωίνη και του ποσοστού των αυτοκτονιών στους νέους κάτω των 30 ετών, και η αναζήτηση ατομικών νεο-μυστικιστικών λύσεων μέσω θρησκευτικών σεχτών φαίνεται να υποδεικνύουν μια εκτεταμένη συλλογική ψυχολογική κρίση λόγω της απώλειας της αλληλεγγύης και των δεσμών των κοινοτήτων αγώνα (συμπεριλαμβανομένων και αυτών που βασίζονταν στον χώρο εργασίας), και οδήγησε σε πολύ υψηλότερα επίπεδα εξατομίκευσης, αποξένωσης και απόγνωσης[40]. Ένας μάρτυρας περιγράφει την «κατάρρευση της υποκειμενικότητας» που βίωσε επιστρέφοντας στην Πάδοβα από το εξωτερικό το 1979 και βρήκε τις πλατείες ερημωμένες, εκεί όπου προηγουμένως οι νέοι άνθρωποι κοινωνικοποιούνταν σχεδόν σταθερά κατά τη διάρκεια του Κινήματος του 1977, έχοντας τώρα αντικατασταθεί από μια απόσυρση στην ιδιώτευση, τον εθισμό στην ηρωίνη και την παθολογική καθήλωση μπροστά από τη τηλεόραση [41].
3373569 Μάχε­ς ενάντια στην έξωση του κοινωνικού κέντρου
Leoncavallo στο Μιλάνο, Αύγουστος 1989

Τα κατειλημμένα και αυτοδιαχειριζόμενα κοινωνικά κέντρα

Τα κατειλημμένα ή/και αυτοδιαχειριζόμενα κοινωνικά κέντρα που άρχισαν να εμφανίζονται στο Μιλάνο και τη Ρώμη στα μέσα της δεκαετίας του 1970, υπήρξαν η κύρια απάντηση των αυτονομίστικων κινημάτων στην κρίση της κοινωνικής αναπαραγωγής εκείνων των ετών, καθώς επιδίωκαν να προσφέρουν κοινωνικούς χώρους όπου η εργατική νεολαία και οι κοινότητές τους θα μπορούσαν να αρχίσουν να καλύπτουν από μόνοι τους τις αναπαραγωγικές και πολιτιστικές τους ανάγκες, καθώς το κράτος πρόνοιας μαραίνονταν και η βιομηχανική αναδιάρθρωση και οι πολιτικές της λιτότητας άρχιζαν να πονάνε. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, καθώς η μεταφορντική παγκοσμιοποίηση βάθαινε και οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές της περικοπής των κοινωνικών παροχών, της ιδιωτικοποίησης των δημόσιων υπηρεσιών και της απορρύθμισης της οικονομίας έγιναν ο κανόνας, τα κοινωνικά κέντρα έγιναν οι «κόκκινες βάσεις» του δεύτερου κύματος των αυτονομίστικων κινημάτων στην Ιταλία, την Ευρώπη και αλλού, καθώς η αυτονομία παγκοσμιοποιήθηκε σαν ένα από τα βασικά συστατικά μέρη του αντικαπιταλιστικού κινήματος της «εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης»[42].

Συνήθως κατειλημμένα, και μερικές φορές παραχωρημένα, δημόσια κτήρια, όπως παρατημένα σχολεία και εργοστάσια, χρησιμοποιούνταν από ομάδες νεολαίων, που συνήθως προέρχονταν από την area antagonista (τους μετά το 1983 διαδόχους της Αυτονομίας) ή ήταν αναρχικοί, αλλά επίσης και μη-κοινοτικοί μετανάστες από την Αφρική και την Ασία, καθώς και αντιφασίστες οπαδοί ποδοσφαιρικών ομάδων, σαν σημεία συνάντησης και κέντρα παροχής εναλλακτικών κοινωνικών κι εκπαιδευτικών υπηρεσιών, καθώς και για πολιτιστικές και πολιτικές δραστηριότητες, δεδομένης της αμέλειας των επίσημων αρχών να παρέχουν τέτοιους χώρους. Αρχικά, ένα κοινωνικό φαινόμενο σχεδόν αποκλειστικό στην Ιταλία, όπου οι στεγαστικές καταλήψεις ήταν πολύ σπανιότερες απ’ ότι στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, εκτινάχθηκε τη δεκαετία του 1990, οδηγώντας σε περισσότερα απο 100 κοινωνικά κέντρα σε όλες τις μεγάλες πόλεις, αν και πολλά έχουν έκτοτε εκκενωθεί ή κλείσει, ιδιαίτερα από τις πολύ καταπιεστικές σκληρές δεξιές κυβερνήσεις του Μπερλουσκόνι μετά το 2001.

Οι Κύκλοι Νεανικού Προλεταριάτου έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία των πρώτων κατειλημμένων και αυτοδιαχειριζόμενων κοινωνικών κέντρων στα εργατικά προάστια του Μιλάνου, αρχικά σαν σημεία συνάντησης για τη νεολαία που δεν της παρέχονταν καμία υπηρεσία ή χώρος από το δημοτικό συμβούλιο. Τα περισσότερα είτε έκλεισαν από την αστυνομία είτε έπεσαν σε αχρηστία όταν ο εθισμός στην ηρωίνη πήρε διαστάσεις επιδημίας στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και τις αρχές αυτής του 1980.  Ένα από τα πρώτα που ιδρύθηκαν το 1975 (από ακτιβιστές της Αυτονομίας και της Νέας Αριστεράς, και όχι από τους Κύκλους Νεανικού Προλεταριάτου με τους οποίους δεν είχε καλές σχέσεις) ήταν το κατειλημμένο κοινωνικό κέντρο Leoncavallo, το οποίο βασίζονταν στις άμεσες κοινωνικές και εκπαιδευτικές ανάγκες της γειτονιάς και στην αντίθεση με τους ιδιοκτήτες κερδοσκόπους που είχαν ήδη αρχίσει την «αστική ανάπλαση» του κέντρου του Μιλάνου, καλώντας τον κόσμο της γειτονιάς να συζητήσουν για την χρήση του χώρου:

Η προηγούμενη δημοτική αρχή δεν νοιάστηκε ποτέ να εκπληρώσεις τις διεκδικήσεις μας, και αφετέρου δεν χρησιμοποίησε ποτέ τα χρήματα που πληρώνουν οι βιομηχανίες για κοινωνική χρήση (1% των δημοτικών τελών). Οι εμπειρίες του εργατικού κινήματος και των πρόσφατων [κινημάτων] στις γειτονιές, μας διδάξαν ότι μόνο η κινητοποίηση κι η πάλη παράγουν χειροπιαστά αποτελέσματα: όπως στα εργοστάσια ή [στην αυτομείωση] των ενοικίων και των λογαριασμών ηλεκτρισμού και τηλεφώνου. [Θ]εωρώντας ότι μόνο η πάλη μπορεί να επιλύσει τα προβλήματα της γειτονιάς μας, οι οργανισμοί βάσης της γειτονιάς καταλάβαμε και ξαναζωντανέψαμε το [εγκαταλελειμμένο] εργοστάσιο της οδού Mancinelli, και επίσης προσκαλούμε τη νέα δημοκρατική [κόκκινη] «χούντα» του Μιλάνου να δείξει στην πράξη την επιθυμία της να εκπληρώσει τις κοινωνικές διεκδικήσεις μια λαϊκής συνοικίας όπως η δική μας, επιτρέποντας την κοινωνική χρήση του κατειλημμένου κτηρίου. […] Ορίστε μια πρόχειρη λίστα των κοινωνικών δομών που είναι ανεπαρκείς ή λείπουν τελείως από την περιοχή μας:

-ΠΑΙΔΙΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ

-ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ

-ΟΛΟΗΜΕΡΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

-ΛΑΪΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

-ΔΙΕΤΑΙΡΙΚΗ ΚΑΦΕΤΕΡΙΑ

-ΙΑΤΡΕΙΟ-ΓΥΝΑΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ

-ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

-ΛΑΪΚΟ ΓΥΜΝΑΣΤΗΡΙΟ

-ΧΩΡΟΙ ΓΙΑ ΛΑΪΚΕΣ ΘΕΑΤΡΙΚΕΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΕΣ, ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ, ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ, ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΕΣ

Με το κτήριο κατειλημμένο, αν μας στηρίξει μια κινητοποίηση του συνόλου της συνοικίας, μπορούμε να καλύψουμε μερικές από αυτές τις ανάγκες[43].

Συμπεράσματα

Η σημασία των αγώνων στην Ιταλία τη δεκαετία του 1970 για τους σημερινούς αγώνες στο πεδίο της κοινωνικής αναπαραγωγής είναι αδιαμφισβήτητη, τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο, ιδιαίτερα σε μια τέτοια «σκοτεινή στιγμή» της πρόσφατης ανθρώπινης ιστορίας που τα ζητήματα της κοινωνικής αναπαραγωγής, της αυτομείωσης και της απαλλοτρίωσης βρίσκονται για άλλη μια φορά στο προσκήνιο. Δεν προσφέρουν μόνο ένα παράδειγμα για το πως η κοινωνική αναπαραγωγή μπορεί να γίνει επίκεντρο της δραστηριότητας και της κινητοποίησης του κινήματος εν όψει των αναδυόμενων πολιτικών της λιτότητας και της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, αλλά προσφέρουν επίσης συγκεκριμένες στρατηγικές για τη σύνδεση αυτού του πεδίου με άλλες σφαίρες οι οποίες μπορούν να εμφανίζονται ως διαχωρισμένες: τους αγώνες των ανέργων, τις καταλήψεις των εργοστασίων, την εργατική μαχητικότητα στα εργοστάσια. Μ’ αυτή την έννοια, η κοινωνική αναπαραγωγή ήταν ένα κεντρικό σημείο, ένας κρίσιμος σύνδεσμος, στην αλυσίδα της ανοικοδόμησης μιας ανανεωμένης ταξικής εξουσίας – που εκτεινόταν από τον χώρο εργασίας στο έως το σχολείο, από το σπίτι στο κατειλημμένο κοινωνικό κέντρο. Ακόμα περισσότερο, οι οργανωτικές μορφές που αναπτύχθηκαν -ένα πυκνό δίκτυο από κοινοτικά συμβούλια, λέσχες, επιτροπές και συνελεύσεις- ήταν αρκετά ευέλικτες ώστε να μπορούν να προσαρμόζονται εύκολα στα αποκλίνοντα αστικά πλαίσια της Ρώμης, του Μιλάνου και του Τορίνο. Και πάλι, αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούμε να μεταφέρουμε αυτές τις πολιτικές εμπειρίες απευθείας στα σημερινά μας προβλήματα· αντ’ αυτού, σημαίνει ότι τα αυτόνομα κοινωνικά κινήματα στην Ιταλία της δεκαετίας του 1970 αποτελούν ένα ζωντανό εργαστήριο ανοικτό προς μελέτη, και περιλάμβανε μια σειρά από συσσωρευόμενους κύκλους αγώνων που απαιτούν προσεκτική ιστορική ανάλυση. Με άλλα λόγια, η ανίχνευση της εσωτερικής τροχιάς, των μεταβολών και των τάσεων αυτών των συλλογικών πειραματισμών θα μπορούσε να μας δώσει μια στέρεα βάση για να προσεγγίσουμε το πως να οργανώσουμε πολιτικά το πεδίο της κοινωνικής αναπαραγωγής στο σήμερα.

Σημειώσεις:

  1. Αντόνιο Νέγκρι, Books for Burning: Between Civil War and Democracy in 1970s Italy, εκδόσεις Verso, 2005, σελ. 190-191. Η έμφαση του αρχικού κειμένου.
  2. Σίλβια Φεντερίτσι, La revolución feminist inacabada: Mujeres, reproducción social y lucha por lo común, εκδόσεις Escuela Calpulli, 2013, σελ 38.
  3. Μάριο Τρόντι, Εργάτες και Κεφάλαιο, εκδόσεις Ελευθεριακή Κουλτούρα, 2016. Παρατίθεται στο Steve Wright, Η Έφοδος στον Ουρανό: Ταξική Σύνθεση και Ταξική Πάλη στον Ιταλικό Αυτόνομο Μαρξισμό, εκδόσεις Κόκκινο Νήμα, 2012.
  4. Rivolta di classe, «Letter aperta alla redazione milanese di Rosso» στο L. Castellano, Aut.Op. La storia e i documenti: da Potere Operaio all’Autonomia organizzata, εκδόσεις Savelli, 1980, σελ 136. Παρατίθεται στο Steve Wright, ό.π.
  5. Τα εργοστασιακά συμβούλια θεσπίστηκαν με την μεταρρύθμιση των εργασιακών δικαιωμάτων του 1970, αποσκοπώντας να εξουδετερώσουν, αποκινητοποιήσουν και ανακτήσουν τις Αυτόνομες Εργατικές Συνελεύσεις του «Θερμού Φθινοπώρου» του 1969.
  6. Αντόνιο Νέγκρι, Revolution Retrieved: Selected Writings 1967-1983, εκδόσεις Red Notes, 1988.
  7. Ένα εργατίστικο ιστορικό περιοδικό το οποίο κράτησε μια πιο ανεξάρτητη στάση σχετικά με τις εξελίξεις εντός των κοινωνικών κινημάτων και των ταξικών αγώνων της δεκαετίας του 1970, συγκριτικά με εκείνα τα περιοδικά που συνδέονταν με την «Οργανωμένη Εργατική Αυτονομία».
  8. Eddy Cherki & Michel Wieviorka, «Κινήματα αυτομείωσης στο Τορίνο». Μεταφράστηκε και εκδόθηκε από Πρωτοβουλία της κατάληψης Πραποπούλου στην ανθολογία κειμένων Το Σπίτι των Κλεφτών: Τρία Κείμενα για το Κίνημα Αυτομείωσης στην Ιταλία τη Δεκαετία του ’70.
  9. Tony Mitchell, Dario Fo: People’s Court Jester (Updated and Expanded), εκδόσεις Methuen, 1999.
  10. Κύκλοι Νεανικού Προλεταριάτου από το Μιλάνο, Sará un risotto che vi seppellirá, εκδόσεις Squi/libri, 1977.
  11. Μαριαρόζα Νταλα-Κόστα & Σέλμα Τζέιμς, Η Δύναμη των Γυναικών και η Κοινωνική Ανατροπή, εκδόσεις No Woman’s Land, 2008.
  12. Leopoldina Fortunati, The Arcane of Reproduction: Housework, Prostitution, Labor, and Capital, εκδόσεις Autonomedia, 1995.
  13. Lotta Feminista, δηλαδή Φεμινιστική Πάλη: βλέπε Lumley (1990), και Μπαλεστρίνι & Μορόνι (1997, [1988]) για αναλύσεις σχετικά με τις διαφορές και τα ντιμπέιτς στο εσωτερικό του ιταλικού φεμινιστικού κινήματος.
  14. Αυτό αποτελεί ένα παράδειγμα των συνεχών στενών δεσμών μεταξύ των Αμερικάνων μαρξιστών-ανθρωπιστών της τάσης Johnson-Forest (ψευδώνυμα του CLR James και της Raya Dunayevskaya, πρώην προσωπική γραμματέα του Τρότσκυ που αποκόπτηκε από τότε από τον τροτσκισμό) και των εργατιστών της Potere Operaio. Βλέπε Χάρρυ Κλήβερ, Reading Capital Politically, εκδόσεις AK Press, 2000 [1979], για την επιρροή της ομάδας Johnson-Forest και της ομάδας Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα του Καστοριάδη στους Ιταλούς εργατιστές.
  15. Επιτροπή για τον μισθό για την οικιακή εργασία (Πάδοβα).
  16. Rosso, «Lavoro domestico e salario», νο. 11, Ιούνιος 1974, σελ. 34.
  17. Ό.π.
  18. Συνέντευξη στα ιταλικά με μαρτυρίες τριών γυναικών, Μιλάνο, Αύγουστος 1998, και Rosso, 14 Φεβρουαρίου 1976, σελ. 9.
  19. Malafemina δηλαδή Κακές Γυναίκες και Noi testarde δηλαδή Πεισματάρες.
  20. Αυτή η παράγραφος βασίζεται στην προαναφερθείσα συνέντευξη.
  21. Robert Lumley, States of Emergency: Cultures of Revolt in Italy from 1968 to 1978, εκδόσεις Verso, 1990.
  22. Red Notes, «Class Struggle in Italy: October ’74» στο A Dossier of Class Struggle in Britain and Abroad – 1974, εκδόσεις Red Notes, 1975.
  23. Red Notes, ό.π.
  24. Ό.π., σελ. 14-15.
  25. Ό.π.
  26. Νάνι Μπαλεστρίνι, Οι Αόρατοι, εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος, 2005.
  27. Steve Wright, «A Party of Autonomy?» στο A. Mustapha & T. Murphy, The Philosophy of Antonio Negri: Resistance in Practice, εκδόσεις Pluto Press, 2004, σελ. 73-106.
  28. Συνέντευξη με τον Guido Borio, Τορίνο, Απρίλιος 1992.
  29. Neg/azione, «Autonomia operaia e autonomia dei proletari», 68-77 gruppi e movimenti si raccontano, 1976.
  30. Scordino & DeriveApprodi, ’77: L’anno della grande rivolta, DeriveApprodi/CSOA La Strada, version 1, [CD], 1997).
  31. Το ζήτημα της «εξάσκησης του κομμουνισμού στην καθημερινή ζωή» αποτελεί μια από τις κύριες διαφορές μεταξύ της ιταλικής Αυτονομίας της δεκαετίας του 1970 και της γερμανικής Αυτονομίας των δεκαετιών του 1980 και 1990, καθώς οι περισσότεροι Ιταλοί αυτόνομοι κατά πάσα πιθανότητα συνέχιζαν να ζουν σπίτι τους δεδομένων των δυσκολιών της κατάληψης διαμερισμάτων και της οικονομικής επιβίωσης έξω από το οικογενειακό περιβάλλον, ενώ οι περισσότεροι Γερμανοί αυτόνομοι πιθανότατα ζούσαν έξω από το οικογενειακό τους περιβάλλον σε κατειλημμένα κοινόβια και σπίτια, δεδομένου ενός πιο εκτεταμένου προνοιακού κράτους και μιας μεγαλύτερης δυνατότητας σε συλλογική κατάληψη χώρων. Ως αποτέλεσμα, οι πολιτικές του προσωπικού και η ανάγκη για την μάχη ενάντια στον σεξισμό, την ομοφοβία και τον ρατσισμό στην καθημερινή ζωή καθώς και στο πολιτικό επίπεδο, υπήρξαν εντονότερα στη γερμανική παρά στην ιταλική Αυτονομία (George Katsiaficas, The Subversion of Politics: European Autonomous Social Movements and the Decolonization of Everyday Life, εκδόσεις Humanities Press, 1997).
  32. Μαύρη εργασία: ο μεταφορντικός τομέας ανεπίσημης, επισφαλούς, βραχυπρόθεσμης, χαμηλόμισθης, απορρυθμισμένης και παράνομης εργασίας σε sweatshops, η οποία από τη δεκαετία του 1980 κι ύστερα γίνεται κυρίως από μετανάστες που προέρχονται από μη ευρωπαϊκές χώρες.
  33. Νάνι Μπαλεστρίνι & Πρίμο Μορόνι, Η Χρυσή Ορδή: Σύντομη Ιστορία της Ιταλικής Εργατικής Αυτονομίας, εκδόσεις Ελευθεριακή Κουλτούρα, 2008.
  34. Marco Grispigni, Il Settantasette: un manuale per capire, un saggio per riflettere, εκδόσεις il Saggiatore, 1997, σελ. 14.
  35. Ό.π., σελ. 16.
  36. Ό.π.
  37. Ό.π.
  38. Viola, 1976. Παρατίθεται στο Κύκλοι Νεανικού Προλεταριάτου από το Μιλάνο, ό.π., σελ. 107-109.
  39. Paolo Virno, «Do You Remember Counterrevolution?» στο Paolo Virno & Michael Hardt, Radical Thought in Italy: a Potential Politics, εκδόσεις University of Minnesota Press, 1996, σελ. 241-259.
  40. Alberto Melucci, Challenging Codes: Collective Action in the Information Age, εκδόσεις Cambridge University Press, 1996).
  41. Συνέντευξη στα αγγλικά με έναν μάρτυρα από τη Βενετία, Λονδίνο, Ιούνιος 1999.
  42. Patrick Cuninghame, «Autonomism as a Global Social Movement» στο Working USA: The Journal of Labor and Society, νο. 13, Δεκέμβριος 2010, σελ 451-464.
  43. Παρατίθεται στο πρώτο φυλλάδιο του κατειλημμένου κοινωνικού κέντρου Leoncavallo, 15 Οκτωβρίου 1975. Το φυλλάδιο μπορεί να βρεθεί στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.ecn.org/leoncavallo/storic/primvol.htm

*Ο Patrick Cuninghame είναι λέκτορας κοινωνιολογίας στο Universidad Autonoma Metropolitana στην πόλη του Μεξικού