Home / ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ / Οι αγώνες για την στέγαση στις Ιταλικές μητροπόλεις: μια συζήτηση με καταληψίες σπιτιών από τη Ρώμη και το Μιλάνο

Οι αγώνες για την στέγαση στις Ιταλικές μητροπόλεις: μια συζήτηση με καταληψίες σπιτιών από τη Ρώμη και το Μιλάνο

αναδημοσίευση από skya.espiv.net

Τα τελευταία χρόνια οι αγώνες γύρω απ’ την κατοικία αποκτούν όλο και πιο κεντρικό χαρακτήρα στο ιταλικό ανταγωνιστικό κίνημα. Η κρίση της κοινωνικής αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, όπως προκύπτει από την καπιταλιστική αναδιάρθρωση και τις πολιτικές λιτότητας της κυβέρνησης Ρέντσι, έχει όλο και πιο έντονες υλικές συνέπειες στην καθημερινότητα των εκμεταλλευόμενων. Οι καταλήψεις σπιτιών, μια ριζοσπαστική πρακτική με μεγάλη παράδοση στην ταξική πάλη στην Ιταλία, οργανώνονται με τη μορφή πολυεθνικών κοινοτήτων αγώνα που προσπαθούν από την μία πλευρά να καλύψουν την πρακτική ανάγκη της στέγασης, κι απ’ την άλλη να δημιουργήσουν κοινωνικές σχέσεις αλληλεγγύης και μοιράσματος στις γειτονιές των ιταλικών πόλεων. Οι μορφές και τα περιεχόμενα του αγώνα, όπως η οργάνωση της καθημερινότητας σε επίπεδο γειτονιάς με επίκεντρο την κάλυψη αναγκών, η συλλογική άμυνα απέναντι στις εξώσεις, η συμμετοχή μεταναστών και μεταναστριών και η αντίσταση στα real estate σχέδια και τον εξευγενισμό, μπορούν και ελπίζουμε να αποτελέσουμε πηγή έμπνευσης και προβληματισμού για τους αγώνες μας στο εδώ και το τώρα.

Τον περασμένο Οκτώβριο βρεθήκαμε στην Ιταλία με τους συντρόφους Φ και Α και τη συντρόφισσα Τ, και συζητήσαμε για τους αγώνες γύρω από το ζήτημα της στέγασης στις πόλεις της Ιταλίας, και συγκεκριμένα στη Ρώμη και το Μιλάνο. Η συζήτηση ξεκίνησε σ’ ένα απ’ τα κατειλημμένα διαμερίσματα της γειτονιάς Tuscolano στην ανατολική Ρώμη, και συνεχίστηκε αργότερα εξ’ αποστάσεως μέσω email. Τις συνεντεύξεις πήρε, μετέφρασε και επιμελήθηκε ως κείμενο ο Agesilaus Santander. Ευχαριστούμε τα μέλη από τα παιδιά της γαλαρίας που συνέβαλαν στη μετάφραση μέρους του κειμένου από τα ιταλικά.

Το ζήτημα της κατοικίας και η κρίση του κοινωνικού κράτους

Το Μιλάνο είναι μία πόλη στην οποία το χρηματιστηριακό κεφάλαιο κερδοσκοπεί πάνω στο ζήτημα της στέγασης, επομένως κατασκευάζονται πολλά νέα σπίτια και ακόμα περισσότερα παραμένουν άδεια. Αυτό έχει ως συνέπεια τα ενοίκια στο Μιλάνο να είναι πολύ υψηλά, επειδή ο σκοπός τους είναι να εξαρτήσουν τα άτομα από στεγαστικά δάνεια ή γενικότερα δάνεια από τις τράπεζες. Από την άλλη μεριά, υπάρχει μία μεγάλη ζήτηση κατοικιών από μέρους ενός ετερογενούς φάσματος προσώπων (από φοιτητές εκτός έδρας μέχρι οικογένειες μεταναστών). Η κατασκευή κατοικιών από το κράτος ακολουθεί την ίδια τάση με αυτήν στην υπόλοιπη Ιταλία με κάποιες αρνητικές ιδιαιτερότητες. Στην Ιταλία εγκαταλείπεται σταδιακά η κατασκευή λαϊκών κατοικιών από το κράτος και καταστρέφεται το κράτος πρόνοιας που συνδέεται με την κατοικία, το οποίο στο παρελθόν αντιπροσώπευε ένα σημαντικό κομμάτι του ιταλικού κοινωνικού κράτους, καθώς εγγυούταν για ένα μεγάλο κομμάτι του προλεταριάτου μία ασφάλεια σε σχέση με τη στέγασή του.

Στη Ρώμη το ζήτημα της στέγασης είναι πραγματικά πολύπλοκο. Η πόλη έχει μια μεγάλη παράδοση καταλήψεων στέγης. Πρόκειται για μια πόλη που άρχισε να αναπτύσσεται μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με τον πληθυσμό της να διπλασιάζεται κάθε δέκα περίπου χρόνια. Πολύς κόσμος ήρθε να για να ζήσει στη Ρώμη από την επαρχία, από άλλες περιοχές της Ιταλίας, και συχνά ήταν αδύνατον να βρουν ένα κανονικό σπίτι, οπότε άρχιζαν να μένουν σε παράγκες. Το ’60 και το ’70 ο κόσμος άρχισε να φεύγει απ’ τις παράγκες και να καταλαμβάνει διαμερίσματα στην πόλη. Τώρα η πόλη συνεχίζει να μεγαλώνει διαρκώς, χτίζονται νέες γειτονιές, συνήθως χωρίς κοινόχρηστους χώρους, δίπλα σε μεγάλα mall, κι ο φτωχός κόσμος διώχνεται απ’ τις παλιές του γειτονιές και πηγαίνει όλο και πιο μακριά απ’ το κέντρο.

Εδώ και είκοσι χρόνια στο Μιλάνο η κατασκευή λαϊκών πολυκατοικιών πρώτα εγκαταλείφθηκε με την πρόθεση να ιδιωτικοποιηθεί ή να ξεπουληθεί η περιουσία της από το κράτος. Επιπλέον, στο Μιλάνο η εταιρεία στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των λαϊκών πολυκατοικιών έχει στο ιστορικό της ατελείωτες ιστορίες διαφθοράς και σχέσεων με τα συμφέροντα των τοπικών πολιτικών κομμάτων (Λίγκα του Βορρά) και τη μαφία. Αυτό έχει ως συνέπεια να υπάρχουν, μόνο στην πόλης μας, περισσότερες από 23.000 οικογένειες στη λίστα αναμονής, ενώ 10.000 λαϊκές πολυκατοικίες παραμένουν κενές, με έναν μεγάλο αλλά απροσδιόριστο αριθμό ανθρώπων να μην μπορούν ούτε καν να έχουν πρόσβαση στη λίστα αναμονής και, ιδιαίτερα στα προάστια, εγκαταλελειμμένες πολυκατοικίες που ερημώνουν.

Στη Ρώμη υπάρχουν πολλές δημόσιες κατοικίες που χτίστηκαν τις τελευταίες δεκαετίες, και χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη είναι η κλασική δημόσια στέγαση. Είσαι φτωχός και χρειάζεσαι σπίτι, και το κράτος σου δίνει σπίτι. Μια άλλη μορφή δημόσιας στέγασης είναι τα κτίρια που ανήκουν σε έναν δημόσιο οργανισμό, όπως το κτίριο που μένουμε αυτήν τη στιγμή, ο οποίος τα δίνει με χαμηλό ενοικίο σε κόσμο που εμπλέκεται ή ανήκει σ’ αυτόν τον οργανισμό. Για παράδειγμα, ο οργανισμός που έχει αυτό εδώ το κτίριο προασπίζεται τα συμφέροντα των μικρο-αφεντικών, οπότε αν ήσουν μαγαζάτορας θα μπορούσες να έχεις πρόσβαση σε ένα τέτοιο διαμέρισμα. Υπάρχει κόσμος στο κτίριο που πληρώνει 220 ευρώ ενοίκιο, δηλαδή σχεδόν τίποτα γι’ αυτήν τη γειτονιά. Υπάρχουν και άστεγοι στην πόλη, και υπάρχουν και κάποια μέρη γι’ αυτούς που συνήθως τα διαχειρίζεται η εκκλησία. Δεν ξέρω πόσοι ακριβώς, αλλά σίγουρα αυξάνονται. Τα ενοίκια είναι πολύ ψηλά. Η πόλη είναι συνεχώς σε κατάσταση στεγαστικής κρίσης, με πολλά διαμερίσματα ανοίκιαστα ώστε να ανέβουν οι τιμές. Για παράδειγμα, ένα σπίτι με τρία δωμάτια έξω απ’ το κέντρο είναι 1200 ευρώ. Ή ένα φοιτητικό δωμάτιο κοντά στο πανεπιστήμιο είναι 400 ευρώ.

Η κρίση έχει επηρεάσει πολύ αρνητικά όλη αυτήν την κατάσταση. Η αναζήτηση δημόσιας κατοικίας είναι σε πολλές περιπτώσεις άμεση συνέπεια της απόλυσης από τη δουλειά. ‘Η επειδή έχουν αυξηθεί τα ενοίκια λόγω “αναβάθμισης” των προαστίων. Οπότε ο κόσμος φεύγει από τις “καλές” γειτονιές και πηγαίνει πιο περιφερειακά. Τα τελευταία χρόνια πολλοί ιδιοκτήτες σπιτιών κάνουν πλέον κανονικά συμβόλαια με τους ενοίκους, οπότε η συνθήκη του ενοικίου γίνεται πιο νομότυπη. Παλιότερα, πάρα πολλά σπίτια νοικιάζονταν “μαύρα”, χωρίς συμβόλαιο.

Με την εξαίρεση των ρομά, δεν βλέπεις άστεγους που μένουν στο δρόμο, αλλά πολύς κόσμος εξαιτίας και της κρίσης δεν μπορεί να πληρώσει το νοίκι (ούτε καν αυτό που πληρώνεις στις λαϊκές πολυκατοικίες) και επομένως προσπαθεί να τα βολεύει όπως μπορεί. Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις ατόμων ή οικογενειών που μένουν σε υπόγεια ή σε αυτοκίνητα.

Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κρατική πολιτική για τη στέγαση, δεν υπάρχει καμία χρηματοδότηση για δημόσιες κατοικίες, οπότε όλο και λιγότερα κτίρια χτίζονται για κόσμο που το έχει ανάγκη – και οι λίστες αναμονής είναι τεράστιες. Έτσι πολύς κόσμος καταλαμβάνει διαμερίσματα, λύνοντας μόνος του το πρόβλημα. Αυτή η πρακτική είναι τόσο διαδεδομένη στη Ρώμη που μέχρι τώρα ήταν σε μεγάλο βαθμό ανεκτή από τους επίσημους θεσμούς.

Αυτό αλλάζει με τον νέο νόμο της κυβέρνησης Ρέντσι που λέγεται “άρθρο 5”. Αυτός ο νόμος λέει ότι αν μένεις σε κατειλημμένο σπίτι δε μπορείς να έχεις ρεύμα και θέρμανση, δε μπορείς να δηλώσεις τόπο κατοικίας, κι επομένως δεν μπορείς να έχεις πρόσβαση στην δημόσια υγεία, δεν μπορείς να στείλεις τα παιδιά σου στο σχολείο, και δεν μπορείς να πάρεις άδεια παραμονής αν είσαι μετανάστης ή μετανάστρια. Η μέχρι στιγμής εφαρμογή αυτού του νόμου δεν είναι ούτε ξεκάθαρη ούτε ενιαία… ίσως γιατί ξέρουν ότι αν τον εφαρμόσουν 100% ο κίνδυνος εξέγερσης είναι μεγάλος!

Η κοινωνική σύνθεση των κατειλημμένων γειτονιών

Η γειτονιά μας εδώ στη Ρώμη, το Tuscolano, είναι μια απ’ τις πιο πυκνοκατοικημένες στην Ευρώπη – αν όχι η πιο πυκνοκατοικημένη. Υπάρχουν πάρα πολλά κατειλημμένα σπίτια, και πολύς κόσμος που έχει κάνει κατάληψη εδώ και χρόνια πλέον έχει και το νόμιμο δικαίωμα να μένει σ’ αυτό το διαμέρισμα. Οι καταληψίες δεν εκκινούν από πολιτικά κίνητρα. Εδώ οι πάντες καταλαμβάνουν σπίτια και θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο κόσμος του κινήματος μόλις τα τελευταία χρόνια έχει ξαναρχίσει να καταλαμβάνει διαμερίσματα. Πιθανώς για να ξεπεράσει τα όρια του “στεκιού/κοινωνικού κέντρου”.

Η κοινωνική σύνθεση της γειτονιάς είναι πολύ περίπλοκη. Φτωχοί στην μία μεριά, πλούσιοι στην άλλη, αριστεροί, ακροδεξιοί, εγκληματίες, καλλιτέχνες, πολλά κοινωνικά κέντρα – μπορούμε να πούμε ότι η γειτονιά έχει τα πάντα. Η κατάσταση στα “μη-πολιτικά” κατειλημμένα σπίτια δεν είναι πάντα ξεκάθαρη, μερικές φορές παίζουν κομπίνες, με κόσμο που πληρώνεται για να ανοίξει ένα σπίτι ώστε να “ελέγχεται” η περιοχή. Δεν μιλάμε για καμιά μεγάλη μαφία, αλλά για μικρές εγκληματικές ομάδες. Την τελευταία δεκαετία υπάρχουν πάρα πολλοί μετανάστες στα κατειλημμένα σπίτια, μιας και είναι φυσικά το φτωχότερο κομμάτι της τάξης.

Για τους λόγους που εξηγήσαμε προηγουμένως, η κατάληψη διαμερισμάτων αποτελεί μία πολύ διαδεδομένη πρακτική στοΜιλάνο (ακόμα και από ιστορική άποψη, βλ. λόγου χάρη τη δεκαετία του ’70) και δεν αποτελεί αποκλειστικά πρακτική του «χώρου» ή κόσμου που οργανώνεται. Σε όλες τις λαϊκές συνοικίες του Μιλάνου υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός καταλήψεων. Η κοινωνική σύνθεση αυτών των καταλήψεων αποτελείται από ένα μεγάλο τμήμα του προλεταριάτου που περιλαμβάνει οικογένειες τόσο Ιταλών όσο και μεταναστών, με τις δεύτερες να έχουν γίνει η πλειοψηφία τα τελευταία χρόνια. Οι ρομά, οι άραβες και οι λατινο-αμερικάνοι είναι εκείνοι με τη μεγαλύτερη παρουσία στις καταλήψεις στη συνοικία του Giambellino.

Η ανάγκη να καταλάβεις μία κατοικία είχε ως συνέπεια να εμφανιστεί σε μερικές γειτονιές μία περισσότερο ή λιγότερο οργανωμένη μαφία που παίρνει χρήματα για να ανοίγει διαμερίσματα στους μελλοντικούς καταληψίες ή συνδέει τα κατειλημμένα διαμερίσματα με τη διακίνηση ναρκωτικών. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η μαφία είναι ισχυρή επειδή διαθέτει διασυνδέσεις τόσο με την εταιρεία που διαχειρίζεται τις εργατικές πολυκατοικίες όσο και με την αστυνομία. Ευτυχώς στη γειτονιά που μένουμε δεν υπάρχει μία οργανωμένη μαφία γύρω από το ζήτημα της κατοικίας επειδή δεν είχε προλάβεί να αποκτήσει στέρεες βάσεις πριν την άφιξή μας εκεί και στη συνέχεια η ύπαρξη της επιτροπής και οι δεσμοί αλληλεγγύης που αυτή δημιούργησε, εμπόδισαν την ανάπτυξή της.

Η οργάνωση και τα μέσα αγώνα των καταληψιών

Αυτήν τη στιγμή έχουμε έξι κατειλημμένα διαμερίσματα. Είναι πολύ κοντά μεταξύ τους, ειδικά για μια πόλη σαν τη Ρώμη, δηλαδή βρίσκονται το πολύ 20 λεπτά το ένα απ’ το άλλο. Μαζί με άλλες ομάδες απ’ τη γειτονιά έχουμε φτιάξει ένα δίκτυο ενάντια στις εξώσεις (rete antisfratto”) και συναντιόμαστε με κόσμο που έχει ανάγκη για σπίτι στην εβδομαδιαία μας συνέλευση, την οποία κάνουμε στην πολιτική κατάληψη BAM κάθε Πέμπτη. Η ΒΑΜ έχει βιβλιοθήκη, κουζίνα και μπαρ. Κάποιες φορές βρισκόμαστε και ανοιχτά στη γειτονιά, ή βρισκόμαστε με κόσμο σε μπαρ, σε πάρκα και σε τοπικά μαγαζιά. Αν κάποιος χρειάζεται σπίτι, αρχίζουμε να ψάχνουμε μαζί για άδεια διαμερίσματα. Να διευκρινίσουμε επίσης ότι τα κατειλημμένα σπίτια μας δεν βρίσκονται στην ίδια γειτονιά με την ΒΑΜ, αν και βρίσκονται κοντά, αλλά με τη συνέλευση ενάντια στις εξώσεις καλύπτουμε μια ευρύτερη περιοχή που την ονομάζουμε “Roma Est” (Ανατολική Ρώμη).

Οι κοινωνικές σχέσεις στη γειτονια είναι διαλυμένες από τον καπιταλισμό, οπότε πρώτα και κύρια προσπαθούμε να οργανώσουμε πράγματα όπου ο κόσμος θα μπορεί να συναντηθεί και να συζητήσει. Θέλουμε να χτίσουμε σχέσεις αλληλεγγύης μεταξύ του κόσμου στη γειτονιά, και για να το κάνουμε αυτό έχουμε συνειδητοποιήσει ότι ο καλύτερος τρόπος είναι να δημιουργήσουμε “μη-πολιτικές” στιγμές, όπως το να φτιάξουμε συλλογικά το πάρκο της γειτονιάς, να κάνουμε πάρτυ για παιδιά, να φτιάξουμε εργαστήρια για επαγγελματικές δεξιότητες, οργανώσουμε μαθήματα Ιταλικών για μετανάστες. Ο κόσμος είναι πολύ καχύποπτος απέναντι στην πολιτική, και απέναντι στους αναρχικούς επίσης…

Ο στόχος που θέσαμε ως επιτροπή γειτονιάς και επομένως έθεσαν και όλοι οι σύντροφοι που μπήκαν σε αυτή την περιπέτεια στοGiambellino, είναι να οικοδομήσουμε γειτονιές όλο και πιο αυτόνομες και πιο επιθετικές απέναντι στη μητρόπολη, οι οποίες θα οικοδομούν καθημερινά πρακτικές αλληλεγγύης και αυτό-οργάνωσης προς μια επαναστατική κατεύθυνση. Φυσικά όλα αυτά ξεκινάνε από το ζήτημα της κατοικίας και αρχίσαμε να οργανωνόμαστε για να αντισταθούμε στις εξώσεις και για να βοηθήσουμε τον κόσμο να κάνει καταλήψεις διαμερισμάτων. Αυτό επέτρεψε το σχηματισμό ενός ισχυρού πυρήνα αλληλεγγύης στη γειτονιά και διεύρυνε τις προοπτικές του πέρα από το ζήτημα της στέγασης, θέτοντας το ζήτημα των κοινών αναγκών και της δημιουργίας από κοινού ενός διαφορετικού τρόπου ζωής. Από τα πρώτα συλλογικά γεύματα για να απαντήσουμε στην ανάγκη κοινωνικότητας στις λαϊκές γειτονιές περάσαμε στην απασχόληση των παιδιών μετά το σχολείο ή στην ιδέα ενός λαϊκού ιατρείου για εκείνους τους προλετάριους, και ειδικά για τους μετανάστες, που δεν έχουν πρόσβαση στην πρωτοβάθμια υγειονομική περίθαλψη. Τώρα έχουμε αρχίσει να συγκεκριμενοποιούμε κάπως περισσότερο όλα αυτά και να τα μετατρέπουμε όλο και περισσότερο σε μια συλλογική δέσμευση της επιτροπής και όλο και λιγότερο σε ένα καθήκον της στράτευσης των πολιτικοποιημένων συντρόφων.

Η πληροφόρηση και η προπαγάνδα πάνω στο ζήτημα της από κοινού οργάνωσης και η δημιουργία δεσμών αλληλεγγύης στη γειτονιά αποτέλεσαν το υπόβαθρο όλης αυτής της δουλειάς και επομένως όλες οι στιγμές συνάντησης, τόσο οι πιο «επίσημες», όπως οι εβδομαδιαίες συνελεύσεις, όσο και η παρουσία στις αγορές και τα μπαρ της περιοχής, επέτρεψαν την πραγματοποίηση όλων αυτών. Είναι προφανές ότι μόνο με την παρουσία συντρόφων που επέλεξαν να κατοικήσουν σε σπίτια της γειτονιάς, θα ήταν δυνατό να ξεκινήσει όλη αυτή η συλλογική δουλειά. Θα μπορούσαμε να πούμε πολλά πράγματα πάνω στις μορφές που προσπαθούμε να εφαρμόσουμε για να οργανωθούμε, αλλά είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε ότι το γεγονός ότι ξεκινάει κανείς από τις συγκεκριμένες συνθήκες φτώχειας και από τις ανάγκες των κατοίκων μιας γειτονιάς, δεν σημαίνει ότι πρέπει να πέφτει στη φιλανθρωπία ή στη δημιουργία σχέσεων εξάρτησης, αλλά πρέπει να ενεργοποιεί την από κοινού συνειδητοποίηση και ανάληψη ευθυνών, η οποία στο κέντρο της λογικής της τη συμμετοχή όλων των καταληψιών.

Η απειλή των εξώσεων και τα όρια του αγώνα

Το περασμένο φθινόπωρο στο Μιλάνο διεξήχθη μία τεράστια εκστρατεία εξώσεων από τους θεσμούς, η οποία αποδείχθηκε τελείως αποτυχημένη και, αντίθετα, δημιούργησε εστίες αντίστασης σε διάφορες περιοχές στα προάστια της πόλης. Στη συνέχεια, χάρη στη δυναμική που εκδηλώθηκε στις γειτονιές του Μιλανου, υπήρχε κόσμος σε κάθε έξωση, προσπαθώντας να την ματαιώσουν ή τουλάχιστον να την καταστήσουν αρκετά δύσκολη για την αστυνομία. Μετά από κάθε έξωση γινόταν η προσπάθεια να οργανωθεί η επανακατάληψη του σπιτιού για να δοθεί μία άμεση απάντηση τόσο από πολιτική άποψη όσο και από τη σκοπιά των αναγκών των καταληψιών. Προφανώς αυτό δεν είναι πάντα εφικτό, επειδή οι δυνάμεις που παρατάσσουν οι κατασταλτικοί μηχανισμοί τόσο από δικαστική άποψη (μηνύσεις, συλλήψεις) όσο και από πρακτική άποψη με την παρουσία πολυάριθμων αστυνομικών, ενδέχεται να είναι συντριπτική.

Το εντονότερο όριο του αγώνα, τόσο στη Ρώμη όσο και γενικότερα, είναι ότι μπορούμε να μπλοκάρουμε τις εξώσεις “μόνο” στην περίπτωση που είμαστε περισσότεροι απ’ τους μπάτσους. Αν έρθουν με δύο-τρία περιπολικά, τους διώχνουμε. Αλλά αν έρθουν με 40-50 μπάτσους, είναι αδύνατον να μπλοκάρεις την έξωση. Οπότε μερικές φορές όταν ξέρουμε ότι δε μπορούμε να σταματήσουμε μια έξωση, προσπαθούμε να δημιουργήσουμε προβλήματα αλλού. Μια πορεία στη γειτονιά, ένα μπλοκάρισμα δρόμου, μια κατάληψη δημόσιου κτιρίου. Πρέπει να είμαστε δημιουργικοί. Και πάντα επιλέγουμε την τακτική που θα χρησιμοποιήσουμε ανάλογα με την κάθε έξωση, γιατί κάθε κατάσταση είναι πάντα διαφορετική.

Οι αντιφάσεις είναι πολλές. Πρώτα απ’ όλα, συναντούμε συχνά πολύ απεγνωσμένους ανθρώπους, και μερικές φορές είναι δύσκολο να φτιάξεις σχέσεις αλληλεγγύης μαζί τους. Μπορεί να δουλεύουν όλη μέρα και να θέλουν απλά να τους λύσουμε το πρόβλημα με το σπίτι. Ένα άλλο πρόβλημα είναι ότι πολλές φορές δεν μπορούμε να δώσουμε λύσεις για τις οικογένειες που έχουν υποστεί έξωση. Μπορούμε να αντισταθούμε μαζί μέχρι ενός σημείου, αλλά μερικές φορές δεν καταφέρνουμε να βρούμε άλλο χώρο. Κάποιες φορές, παρά τις προσπάθειες που κάνεις, σε βλέπουν απλά ως κάποιον που τους βοηθάει, σαν φιλανθρωπία. Είναι δύσκολο να βρεις Ιταλούς και να χτίσεις σχέσεις αλληλεγγύης με μετανάστες. Μερικές φορές οι πολιτισμικές και γλωσσικές διαφορές μοιάζουν αξεπέραστες.

Το να κάνεις πολιτική δουλειά σε μία λαϊκή γειτονιά σημαίνει ότι δεν πρέπει να πέσεις στο μύθο των προϋπαρχόντων δεσμών αλληλεγγύης, αλλά ότι πρέπει να αντιμετωπίσεις μία κοινωνική αθλιότητα, η οποία μπορεί και να μεταφραστεί σε έναν πόλεμο μεταξύ φτωχών ή και στην προσπάθεια να εξαπατήσεις τους άλλους για να την βολέψεις ατομικά. Στη διάρκεια της σύντομης εμπειρίας της επιτροπής, έτυχε να συναντήσουμε διφορούμενα πρόσωπα τα οποία προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν την εμπιστοσύνη που τους έδειξαν τα μέλη της. Ακόμα και σήμερα υπάρχουν προβλήματα που προκύπτουν από μάτσο και σεξιστικές συμπεριφορές, οι οποίες σχετίζονται και με τις πολιτισμικές καταβολές των καταληψιών. Ωστόσο όλες αυτές οι αντιφάσεις μπορούν να ξεπεραστούν μόνο με ένα διαρκή διάλογο μέσα στον αγώνα και, κυρίως, μόνο εάν όλο και περισσότεροι καταληψίες πάρουν την οργάνωση του αγώνα στα χέρια τους.

Η κατάληψη στέγης ως κοινωνική ανάγκη και ως κοινότητα αγώνα

Προφανώς το γεγονός ότι ζούμε και εμείς σε κατειλημμένα σπίτια στις γειτονιές είναι τόσο μία ανάγκη όσο και μία αναγκαιότητα από τη στιγμή που θέλαμε να ζήσουμε αυτή την περιοχή και τον αγώνα κατά τρόπο επαναστατικό. Τον τελευταίο χρόνο αυτός ο αγώνας διαχύθηκε στο Μιλάνο με διάφορες μορφές ξεκινώντας από τις γειτονιές. Έτσι γεννήθηκαν, αργά αλλά αδιαλείπτως, δεσμοί αλληλεγγύης μεταξύ των διάφορων επιτροπών, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένας κοινός λόγος σχετικά με τα μέσα αγώνα, ο οποίος δεν αποτελεί την πολλοστή πολιτική κατασκευή κάποιων πολιτικών οργανώσεων, αλλά προέκυψε από ένα πραγματικό διάλογο πάνω στα προβλήματα και τις προοπτικές ενός αγώνα που στην Ιταλία, και πιθανώς όλο και περισσότερο στην Ευρώπη, κρύβει ένα τεράστιο δυναμικό ρήξης με την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων.

Κι εμείς μένουμε σε κατειλημμένα σπίτια. Πρόκειται για ανάγκη με διπλό τρόπο. Πρώτον, μιας και δεν πληρώνουμε ενοίκιο, δουλεύουμε λιγότερο κι έτσι αφιερώνουμε περισσότερο χρόνο στον αγώνα. Δεύτερον, γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο έχουμε στη διάθεσή μας ένα δίκτυο διαμερισμάτων που μας επιτρέπει να φιλοξενούμε άλλους συντρόφους και συντρόφισσες, ή μετανάστες και μετανάστριες, που συναντούμε και γνωρίζουμε στους αγώνες – όπως εδώ στην Ρώμη στην περίπτωση του αγώνα ενάντια στο CIE (Centri Identificazione Espulsione). Είναι ένα δίκτυο που μας επιτρέπει να οργανωνόμαστε και να μοιραζόμαστε φαγητό, εργαλεία, ποδήλατα, αυτοκίνητα, οτιδήποτε. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το δίκτυο των σπιτιών μας είναι κάτι χειροπιαστό που μας επιτρέπει να ζήσουμε στιγμές όπως πραγματικά τις θέλουμε, από κοινού.

Δεν συντονιζόμαστε με άλλες κατειλημμένες κοινότητες με επίσημο τρόπο, αλλά έχουμε πολύ δυνατές σχέσεις με άλλους συντρόφους που έχουν αποφασίσει να ζήσουν με τον ίδιο τρόπο. Για παράδειγμα, κάναμε κάποιες κινήσεις αλληλεγγύης και οικονομικής ενίσχυσης για τα δικαστικά έξοδα από κατειλημμένα σπίτι που δεν είναι δικά μας αλλά κόσμου που έχουμε σχέσεις, ή συναντιόμαστε με κόσμο που θέλει να κάνει κατάληψη σε ένα διαφορετικό σημείο της πόλης. Έχουμε επίσης σχέσεις με κατειλημμένες κοινότητες και σ’ άλλες πόλεις, όπως το Τορίνο, το Μιλάνο, τη Γένοβα, τη Βενετία και τη Φλωρεντία.

Όταν κάποιος μας ζητάει βοήθεια, πάντα του λέμε να έρθει μαζί με τους φίλους του ή την οικογένειά του. Δεν θέλουμε να είμαστε κάτι χωριστό από τον κόσμο της γειτονιάς. Ξέρεις, οι αναρχικοί που είναι ενάντια σε όλα… Προσπαθούμε να οργανωθούμε μαζί με τον κόσμο στη γειτονιά.