Home / ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ / Η πολιτική οικονομία της καπιταλιστικής εργασίας
forced-labour-and-modern-slavery-rgb-2a

Η πολιτική οικονομία της καπιταλιστικής εργασίας

Παραθέτουμε παρακάτω την μετάφρασή μας του άρθρου «The Political Economy of Capitalist Labor» της Heide Gerstenberger από τη διαδικτυακή επιθεώρηση Viewpoint Magazine. Το άρθρο πραγματεύεται το ζήτημα της ανελευθέρης εργασίας στον καπιταλισμό.

Η πεποίθηση πως η καπιταλιστική παραγωγή απαιτεί εργάτες οι οποίοι όχι μόνο στερούνται από αυτόνομα μέσα παραγωγής, αλλά είναι επίσης νομικά ελεύθεροι να προσφέρουν την ικανότητά τους για εργασία στην αγορά, έχει υπάρξει κεντρική των μαρξιστικών αναλύσεων του καπιταλισμού. Κάθε προσπάθεια αντιπαράθεσης αυτής της θέσης με την πραγματική ιστορία του καπιταλισμού όχι μόνο αντιβαίνει το κυρίαρχο περιεχόμενο της παραδοσιακής μαρξιστικής ανάλυσης, αλλά επίσης και τη θεμελιωδώς αισιόδοξη μαρξιστική φιλοσοφία της ιστορίας. Παρόλη την εκμετάλλευση, τη φτώχοποίηση, την αδικία, κι όλα των άλλα κακά αυτής της ιστορικής εποχής, ο Μαρξ, ο Ένγκελς κι οι μαρξιστές έχουν επίσης θεωρήσει τον καπιταλισμό ως ένα βήμα προς την περαιτέρω ανάπτυξη της ανθρωπότητας.

Όπως κι οι υποστηρικτές του καπιταλισμού, ο Μαρξ κι οι μαρξιστές έχουν εξηγήσει ότι ενώ οι παραγωγοί απειλούνταν από, ή δέχονταν, άμεση βία στους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής, στις καπιταλιστικές μορφές εκμετάλλευσης η βία δεν χρειάζεται πλέον. Η βία είναι, πράγματι, ακόμη κι αντίθετη με την επιτυχή παραγωγή υπεραξίας, κι οπότε κέρδους. Ο καπιταλισμός, τότε, νοείτε ως ένας δείκτης της ανθρώπινης προόδου σε σχέση με τους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής, όχι μόνο λόγω του ξεπεράσματος της άμεσης βίας, αλλά επίσης επειδή φέρει τις κοινωνικές, τεχνολογικές κι ιδεολογικές συνθήκες οι οποίες κάνουν τον σοσιαλισμό εφικτό.

Παρόλα αυτά, ενώ ο Μαρξ, ο Ένγκελς κι οι μαρξιστές συναινούν με τους υποστηρικτές του καπιταλισμού στην αντίληψή τους αυτού του πολιτικοοικονομικού συστήματος ως ένα προοδευτικό στάδιο στην ιστορία της ανθρωπότητας, δεν συμφωνούν ούτε με την αντίληψη των τελευταίων ότι καπιταλισμός αποτελεί το τελευταίο στάδιο της ιστορίας, ούτε με την ερμηνεία τους της ιστορικής του προέλευσης. Αυτή η διαφορά αναλύεται στο τέλος του πρώτο τόμου του Κεφαλαίου στην ανάπτυξη του Μαρξ της «πρωταρχικής συσσώρευσης», εννοούμενη ως ένα ιστορικό προαπαιτούμενο για τη συσσσώρευση που γίνεται κυρίαρχη στον καπιταλισμό.

Αφού πρώτα διακωμωδεί την αβάσιμη αφήγηση του Άνταμ Σμιθ για την προέλευση του καπιταλισμού, ο Μαρξ εξηγεί ότι η πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου είναι «βουτηγμένη από την κορυφή ως τα νύχια στο αίμα και στη βρωμιά, και στάζοντας αίμα απ’ όλους τους πόρους»[1]. Οι επτά ενότητες του κεφαλαίου περί της «λεγόμενης πρωταρχικής συσσώρευσης» περιέχουν εκτεταμένες ιστορικές περιγραφές. Ωστόσο, δεν αντιπροσωπεύουν ιστορική ανάλυση ως τέτοια. Αντ’ αυτού, ο Μαρξ δίνει έμφαση σε στρατηγικές και διαδικασίες οι οποίες κατέληξαν στην αρπαγή απ’ τους εργάτες των αυτόνομων μέσων αναπαραγωγής, και στη συσσώρευση του κεφαλαίου. Ενώ η τελευταία επιτεύχθει μέσω «του αποικιακού συστήματος, του συστήματος δημόσιων χρεών, του σύγχρονου φορολογικού συστήματος και του προστατευτικού συστήματος»[2], η πρώτη επιτεύχθει μέσω βίαης ιδιοποίησης κι απαλλοτρίωσης. Όλες αυτές οι στρατηγικές έβριθαν βίας, κι όλες τους έκαναν χρήση της κρατικής εξουσίας.

Το γεγονός ότι αυτές οι πρακτικές θεωρούνται ευνοϊκές για την εγκαθίδρυση της καπιταλιστικής παραγωγής, αλλά όχι για τη συνεχή της αναπαραγωγή, γίνεται ξεκάθαρο από τη διάσημη δήλωση ότι η βία είναι η μαμή κάθε παλιάς κοινωνίας που κυοφορεί μια καινούρια[3]. Ίσως να μειδιάζουμε με την επιλογή της λέξης από τον Μαρξ, καθώς αντί της χρήσης της λέξης «Hebamme» (μαμή), εμπιστεύεται την ιστορική πρόοδο σε έναν άντρα, ορίζοντάς τον ως «Geburtshelfer» (μαιευτήρα). Θα το αφήσουμε αυτό στην άκρη. Θα αφήσω επίσης στην άκρη την εκτενή διαβούλευση για την επανάσταση, κατά τη διάρκεια της οποίας αυτή η πρόταση παρατίθεται ξανά και ξανά[4]. Αλλά αυτή η δήλωση δεν σχετίζεται μόνο με τις διαβουλεύσεις περί της επανάστασης· αφορά επίσης την ανάλυση του καπιταλισμού. Έχοντας βοηθήσει τη γυναίκα στη γέννα, από τη στιγμή που γεννήθηκε η νέα ζωή, η αποστολή της μαμής ολοκληρώθηκε. Υποθέτοντας ότι ο Μαρξ διάλεγε τους όρους του έχοντας πλήρη συνείδηση αυτών, τότε αυτό ισχύει και για τον ρόλο της βίας στην ιστορία. Και πράγματι, είναι στο ίδιο κεφάλαιο που μας λέει ότι η εξωοικονομική βία, η οποία αν και κατ’ εξαίρεση ακόμη χρησιμοποιείται στον καπιταλισμό, έχει αντικατασταθεί από τους «φυσικούς νόμους της παραγωγής»[5]. Με άλλα λόγια: η ανοιχτή βία των παλαιότερων καιρών έχει αντικατασταθεί από τη σιωπηλή δύναμη των συνθηκών της αγοράς.

Φυσικά, ούτε ο Μαρξ ούτε οι Μαρξιστές θεωρούν ότι ο καπιταλισμός στερείται βίας. Αντ’ αυτού, έχουν επισημάνει ότι το πεδίο της βίας έχει αλλάξει. Η βία δεν βρίσκεται πλέον στα ανοιχτά, εκτελούμενη μέσω του κράτους, ή -σε μέρη όπου το μονοπώλιο της νόμιμης φυσικής βίας δεν έχει ακόμα ιδιοποιηθεί από το κράτος- από ανοιχτή ιδιωτική βία. Από τη στιγμή που οι υλικές συνθήκες εξώθησαν τους άντρες, τις γυναίκες, ακόμη και τα παιδιά, να προσφέρουν την ικανότητά τους για εργασία στην αγορά, η άμεση βία δεν είναι πλέον απαραίτητη για να καθιερωωθεί η εκμετάλλευση, επειδή αυτό το αποτέλεσμα επιτυγχάνεται από την απρόσωπη λειτουργία του ανταγωνισμού στην αγορά εργασίας. Κι είναι αυτή η απρόσωπη δύναμη η οποία εγγυάτε την αποδοχή της κυριαρχίας η οποία είναι εγγενής σε κάθε καπιταλιστική σχέση εργασίας. Αυτή η καπιταλιστική μορφή βίας, όχι πια ανοικτή κι όχι πια σποραδική, έχει γίνει κεντρικό στοιχείο της καθημερινής ζωής στον καπιταλισμό. Η ανάλυσή της σχηματίζει τον πυρήνα της μαρξιστικής ανάλυσης της καπιταλιστικής εργασίας, και δικαίως. Παρ’ όλα αυτά, με την εστίαση αποκλειστικά στη βία που είναι εγγενής στην καθημερινή προσταγή επί της εφαρμογής της ικανότητας των ατόμων για εργασία, κι έτσι επί των σωμάτων και των διανοητικών ικανοτήτων των ίδιων των μισθωτών εργατών, κατανοεί κανείς μόνο συγκεκριμένες ιστορικές εξελίξεις της καπιταλιστικής εργασίας, μολονότι σημαντικές.

Είμαι μάλλον πεποισμένη ότι ο ίδιος ο Μαρξ θεωρούσε την πρωταρχική συσσώρευση ως μια ιστορική φάση η οποία περισσότερο ή λιγότερο τελείωσε όταν κι όπου ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής έγινε ο κυρίαρχος. Αλλιώς, γιατί να ισχυριστεί ότι την περίοδο που γράφει, η πρωταρχική συσσώρευση έχει λίγο-πολύ ολοκληρωθεί στη δυτική Ευρώπη[6]; Δεν αντιτίθεμαι σε επανερμηνείες οι οποίες προσπαθούν να κάνουν χρήση της αναλυτικής έννοιας της πρωταρχικής συσσώρευσης ώστε να κατανοήσουν τις συνεχείς διαδικασίες απαλλοτρίωσης, καθώς και την επέκταση των δομών της αγοράς σε σφαίρες της ζωής μέχρι πρότινος εκτός του βασιλείου του ανταγωνισμού[7]. Αντ’ αυτού, η κριτική μου εστιάζει στη θεώρηση ότι η συγκρότηση των σχέσεων εργασίας μέσω άμεσης βίας και καταναγκασμών επικρατεί μόνο στα περιθώρια του καπιταλισμού, κι ότι αυτή θα ξεπεραστεί όταν γίνει κυρίαρχη η ορθολογικότητα των καπιταλιστικών οικονομικών σχέσεων.

Ακριβώς όπως κι οι υπερασπιστές του καπιταλισμού, ο Μαρξ, ο Ένγκελς κι οι Μαρξιστές έχουν ισχυριστεί ότι ο βίαιος καταναγκασμός των εργατών αποτελεί εμπόδιο σε όποια στρατηγική στοχεύει στην περαιτέρω ανάπτυξη της παραγωγικότητας της εργασίας. Αν μπορούσε, πράγματι, να βρεθεί μια δουλεία στην εποχή του καπιταλισμού, τότε αυτή θα έπρεπε να νοηθεί ως μια εναλλακτική στην καπιταλιστική παραγωγή, εν τούτοις μια εναλλακτική που θα ήταν ιστορικά ξεπερασμένη κι οπότε καταδικασμένη να εξαφανιστεί. Οι Marcel van der Linden και Karl Heinz Roth όρισαν το παραπάνω ως μια ευρωκεντρική αντίληψη της ιστορίας του καπιταλισμού[8]. Θα ήθελα να επισημάνω το γεγονός ότι -με λίγες εξαιρέσεις- δεν είναι η οικονομική ορθολογικότητα εκείνη που φέρνει το τέλος της καταναγκαστικής εργασίας. Αντιθέτως, η ιστορική ανάλυση της συμπαγής λειτουργίας του καπιταλισμού αποκαλύπτει ότι το τέλος πολλών διαφορετικών μορφών άμεσης βίας στις σχέσεις εργασίας, έχει συνήθως επιτευχθεί μέσω της εφαρμογής της κρατικής εξουσίας, οπότε μέσω πολιτικού αγώνα. Ο καπιταλισμός έχει ορθώς ονομαστεί ως ένα «πολιτικοοικονομικό» σύστημα. Σε όσα ακολουθούν, θα προσπαθήσω να εξηγήσω γιατί αυτό θα πρέπει να παρθεί πολύ περισσότερο στα σοβαρά από ότι μέχρι πρότινος.

Ας ξεκινήσουμε με τα αποτελέσματα μιας πρόσφατης ιστορικής έρευνας περί της ιστορίας της μισθωτής εργασίας στην Αγγλία. Σε αντίθεση με άλλες εξελίξεις στην ευρωπαϊκή ήπειρο, οι Άγγλοι εργάτες ήταν νομικά ελεύθεροι να πουλήσουν την ικανότητά τους για εργασία από πολύ πρώιμο επίπεδο. Ωστόσο, έως και τα μέσα της δεκαετίας του 1870 -σίγουρα πολύ αργότερα από την αρχή του βιομηχανικού καπιταλισμού στην Αγγλία- δεν ήταν νομικά ελεύθεροι τα τερματίσουν τη σύμβασή τους κατά βούληση. Αν το έκαναν αυτό κι ο εργοδότης τους πήγαινε στο δικαστήριο, θα έπρεπε να αναμένουν ποινή φυλάκισης. Με την άφιξή τους στη φυλακή, τους καλωσόριζαν επισήμως με μαστίγωμα, κι εκτίοντας την ποινή τους πολλοί βιώσαν καταναγκαστική εργασία σε ποδόμυλους. Στο σημαντικό του έργο για την ιστορία της εθελοντικής μισθωτής εργασίας, ο Robert J. Steinfeld είναι πολύ σταθερός στην απόρριψή του οποιασδήποτε λειτουργικής επεξήγησης για την επίμονη χρήση κρατικής βίας ώστε να αφεθεί η διάρκεια των συμβάσεων στη βούληση των εργοδοτών[9]. Συμπεραίνει ότι «αυτό που αποκαλούμε “ελεύθερη εργασία” ορίζεται κατ’ ουσίαν από την ηθική και πολιτική κρίση ότι οι ποινικές κυρώσεις… δεν θα πρέπει να επιτρέπεται να εξαναγκάζουν “εθελοντικές” συμφωνίες εργασίας»[10]. Ενώ ο εξαναγκασμός είχε προ πολλού υπάρξει ένα αυτονόητο συμπέρασμα στην πολιτική διαχείριση των εργασιακών σχέσεων, η δικαιολόγησή της τέθηκε υπό δημόσια αμφισβήτηση όταν το δικαίωμα ψήφου επεκτάθηκε σε περισσότερους εργάτες το 1868. Ολοένα και περισσότερα μέλη του κοινοβουλίου άρχισαν να σκέφτονται ότι ίσως να μην είναι πολιτικά συνετό να στηρίζουν τη νομική ανισότητα ανάμεσα σε εργοδότες κι εργάτες όσον αφορά τα συμβόλαια εργασίας, κάνοντας χρήση του ποινικού δικαίου και των σωφρονιστικών ιδρυμάτων. Επτά χρόνια μετά από την επέκταση του δικαιώματος στη ψηφοφορία, οι ποινικές κυρώσεις των λεγόμενων παραβιάσεων της σύμβασης ανακλήθηκαν.

Ενώ αντίστοιχες εξελίξεις λαμβάναν χώρα σε άλλα κράτη του μητροπολιτικού πυρήνα του καπιταλισμού, οι εξελίξεις στη Γαλλία ήταν κάπως διαφορετικές. Αυτή η διαφορά πρέπει να ληφθεί υπόψιν όταν συζητάμε για τη θεωρητική ανάλυση της πολιτικής οικονομίας της καπιταλιστικής εργασίας. Πριν την Επανάσταση, οι εργάτες στη Γαλλία, όπως και σχεδόν παντού στην Ευρώπη, βρίσκονταν υπό τον έλεγχο της αστυνομίας. Αυτή η υποταγή συμβολιζόταν στο γεγονός ότι οι εργάτες έπρεπε να παρουσιάζουν το livret (βιβλιάριο εργασίας) τους στην αστυνομία όταν έβρισκαν νέα δουλειά, για να αποδείξουν ότι έφυγαν από την προηγούμενη με τη συγκατάθεση του εργοδότη τους. Κι εδώ όπως κι αλλού στην Ευρώπη, η παραβίαση της σύμβασης θεωρούνταν ποινικό αδίκημα στη Γαλλία του Παλαιού Καθεστώτος[11]. Το βιβλιάριο μισούνταν από τους εργάτες, και καταργήθηκε στην πορεία της Επανάστασης. Παρόλο που επαναθεσμίστηκε στις αρχές του 19ου αιώνα, δεν λειτουργούσε πλέον ως ένα μέσο περιορισμού της απασχόλησης κατά βούληση, τουλάχιστον όσον αφορά τους journaliers, δηλαδή τους βιομηχανικούς μισθωτούς εργάτες. (Αντ’ αυτού, χρησιμοποιούνταν για την καταγραφή προκαταβολικής καταβολής μισθών και την αποπληρωμή των πιστώσεων αυτών)[12]. Παρά το γεγονός ότι η μετεπαναστατική εξέλιξη ήταν ένα αγώνας για την αφαίρεση ή διατήρηση των επαναστατικών αλλαγών στην κοινωνία, και παρόλες τις πολυάριθμες προσπάθειες για τον έλεγχο και την πειθάρχιση των εργατών, οι εργασιακές σχέσεις ως τέτοιες παρέμειναν ιδιωτικές στη Γαλλία, δηλαδή όχι υπό την άμεση εποπτεία του κράτους. Η πολιτική αναγκαιότητα για τη θέσπιση ότι τα δύο μέρη μιας σύμβασης πρέπει να είναι ίσα ενώπιον του νόμου, ήταν αποτέλεσμα της πολιτικής αναγκαιότητας για τη συγκρότηση κρατικής εξουσίας μετά την επαναστατική διάλυση της αριστοκρατίας. Ήταν ένα άμεσο αποτέλεσμα της Επανάστασης, και δεν είχε να κάνει με καμιά οικονομική ορθολογικότητα. Πράγματι, στη Γαλλία η βιομηχανοποιημένη καπιταλιστική παραγωγή αναπτύχθηκε πολύ αργότερα απ’ ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ξεκίνησε τις δεκαετίες στα μέσα του 19ου αιώνα, άλλοι ότι ήταν ασήμαντη έως και τη δεκαετία του 1880. Σε κάθε περίπτωση: δεν υπάρχει πειστική λειτουργική οικονομική ερμηνεία για την ανάπτυξη της σύγχρονης ελεύθερης μισθωτής εργασίας στο τέλος του 18ου αιώνα στη Γαλλία[13].

Παρόλο τον περιορισμό των παραδειγμάτων μας σε δύο μόνο εθνικές εξελίξεις, θα πρέπει τώρα να είναι ξεκάθαρο ότι η πραγματική ιστορία του καπιταλισμού δεν υποστηρίζει τη θεώρηση ότι η πλήρης νομική και πολιτική αυτονομία των εργατών αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για τις καπιταλιστικές μορφές εκμετάλλευσης. Από τη στιγμή που το αποδείξαμε, μπορούμε τώρα να καταπιαστούμε με το πρόβλημα της δουλείας.

Η αντίληψη της ασυμβατότητας της δουλείας με την καπιταλιστική παραγωγή δεν είναι αγαπητή μόνο στους υποστηρικτές του καπιταλισμού, αλλά επίσης, τουλάχιστον μέχρι πολύ πρόσφατα, και στους περισσότερους από τους επικριτές του. Πιο συχνά απ’ ότι όχι, η προσκόλληση σε αυτή την πεποίθηση λειτουργούσε ως η λύδια λίθος μέσω της οποίας αποφασιζόταν αν μια ανάλυση μπορεί να θεωρηθεί μαρξιστική ή μη[14]. Μάλλον σχετικά από νωρίς, ωστόσο, ο Βίλχελμ Μπακχάους ισχυρίστηκε ότι ο Μαρξ έπρεπε να αξιώσει αυτή την ασυμβατότητα επειδή θεώρησε τον διαχωρισμό ανάμεσα σε ελεύθερους μισθωτούς εργάτες και δούλους ως εμπόδιο για την ανάπτυξη μιας επαναστατικής τάξης στις ΗΠΑ[15]. Φυσικά, όχι μόνο ο Μαρξ κι ο Ένγκελς, αλλά επίσης κι οι μετέπειτα επικριτές έχουν προτείνει άλλες ερμηνείες για αυτόν τους τον ισχυρισμό. Έχουν διαψευστεί επιτυχώς από την ιστορική έρευνα.

Ο Μαρξ θα είχε υπάρξει σωστός στο να αξιώσει ότι το υποδουλωμένο εργατικό δυναμικό δεχόταν τέτοια εκμετάλλευση που οδηγούνταν σε πρόωρο θάνατο κι οπότε έπρεπε διαρκώς να αντικαθίσταται, αν είχε αυτοπεριοριστεί στις αποικίες ζάχαρης των Δυτικών Ινδιών. Αλλά το υποδουλωμένο εργατικό δυναμικό στις ΗΠΑ όχι μόνο αναπαραγώταν βιολογικά, αλλά κι αναπτύσσοταν. Η κινητικότητα της εργασίας, η οποία όντως είναι απαιτούμενη για την καπιταλιστική αγορά εργασίας, επιτυγχάνοταν μέσω της πρακτικής της ενοικίασης δούλων, καθώς και μέσω της εμπορίας δούλων. Όπου εισείχθει τεχνολογία, για παράδειγμα στους ζαχαρόμυλους της Καραϊβικής, η δουλεία δεν υπήρξε εμπόδιο στην επαρκή λειτουργία τους. Καθένας από αυτούς τους ισχυρισμούς, κι όλοι οι άλλοι που έχουν προηγηθεί στην πορεία της εκτενής διαβούλευσης περί της δουλείας, έχουν αντικρουστεί και θα συνεχίσουν να αντικρούονται. Αλλά μόλις αντικαταστήσουμε τις πεποιθήσεις με την ιστορική ανάλυση, είναι απλώς αδύνατο να αρνηθούμε το συμπέρασμα του Robin Blackburn ότι «η δουλεία δεν ανατράπηκε για οικονομικούς λόγους, άλλα εκεί που έγινε πολιτικά μη υποστηρίξιμη»[16]. Κι αν μερικοί επιμένουν ακόμη να ερμηνεύουν την ανθεκτικότητα της δουλείας υποδεικνύοντας ότι, παρόλη την οικονομική της ανορθολογικότητα, διατηρήθηκε για την αυτοπροβολή των ιδιοκτητών δούλων και των κυριών τους, αυτή η ερμηνεία παραπαίει μπροστά στις πολλές στρατηγικές που στοχεύαν στην αναπαραγωγή ενός υπηρετικού εργατικού δυναμικού που διέφερε από την ευθεία δουλεία μόνο κατ’ όνομα και στο νομικό ορισμό. Στις ΗΠΑ, οι περισσότεροι πρώην δούλοι όχι μόνο απογοητεύτηκαν με τη διάψευση της ελπίδας τους να γίνουν ιδιοκτήτες γης, λαμβάνοντας με κάποιον τρόπο «40 έικρς κι ένα μουλάρι»[17], αλλά στις δεκαετίες μετά την απελευθέρωσή τους πολλοί εξ αυτών αναγκάστηκαν να υποστούν την μια ή άλλη μορφή «Ersatz» δουλείας[18]. Οι Black Codes [Νομικοί Κώδικες για τους Μαύρους], που θεσπίστηκαν από τη μια νότια πολιτεία μετά την άλλη το 1865 για να αποτρέψουν αποτελεσματικά την κινητικότητα όλων των μαύρων[19], και να νομοθετήσουν αυστηρές τιμωρίες για τη παραβίαση των συμβάσεων εργασίας, έπρεπε να ανακληθούν με το πέρασμα του χρόνου. Αλλά οι λευκοί γαιοκτήμονες συνέχισαν να απορρίπτουν τους μαύρους ως ενοικιαστές [γης προς καλλιέργεια], εξωθώντας ως εκ τούτου πολλούς από αυτούς να γίνουν εργάτες. Πιο συχνά απ’ ότι όχι, τους αρνούνταν οποιαδήποτε μορφή αυτόνομης παραγωγής[20]. Το γεγονός ότι ο δελεασμός εργατών από άλλους εργοδότες έγινε νομικό αδίκημα σε όλες τις πολιτείες της πρώην δουλείας, δείχνει ότι οι πρώην ιδιοκτήτες σκλάβων ακόμη θεωρούσαν το εργατικό τους δυναμικό ως ιδιοκτησία τους. Το πιο σημαντικό υποκατάστατο του νομικού καθεστώτος της δουλείας υπήρξε, ωστόσο, η εργασία προς αποπληρωμή χρέους. Παρόλο το γεγονός που το Κογκρέσο κήρυξε παράνομη οποιαδήποτε μορφή καταναγκαστικής εργασίας το 1867, υπήρχαν νόμοι που επέβαλαν κυρώσεις δουλείας για χρέη σε όλες τις Νότιες πολιτείες. Η φτηνή και καταναγκαστική εργασία μπορούσε επίσης να αποκτηθεί νοικιάζοντας φυλακισμένους. Ο απόλυτος αριθμός κατάδικων με ποινή καταναγκαστικής εργασίας στο Νότο αποδεικνύει την οικονομική σημασία αυτής της πρακτικής[21]. Οι εργοδότες προσπαθούσαν να αποτρέψουν τη φυγή των κατάδικων χρησιμοποιώντας αλυσίδες, σκυλιά, μαστίγια και όπλα[22]. Οι περισσότεροι εξ αυτών των ανελεύθερων εργατών ήτανε μαύροι. Ωστόσο, με τις αρχές του 20ού αιώνα, ένας αυξανόμενος αριθμός λευκών έφτασε επίσης να υποφέρει υπό την εργασία για την αποπληρωμή χρέους, κι άλλες μορφές καταναγκαστικής εργασίας.

Δεν είναι μόνο στις ΗΠΑ που απέτυχε η κατάργηση της πραγματικότητας της καταναγκαστικής κι ανελεύθερης εργασίας. Η λεγόμενη οικιακή δουλεία παρέμεινε νόμιμη σε πολλά μέρη του κόσμου· το δουλεμπόριο καθώς κι η δουλεία συνεχιζόταν στα κρυφά· Black Codes, νόμοι περί αλητείας [περιπλάνησης], και κυρίως η εργασία προς αποπληρωμή χρέους, εξώθησαν πολλούς από τους απελεύθερους σκλάβους και πολλούς φτωχούς άντρες, γυναίκες και παιδιά σε δουλειές που εξαναγκάζονταν να υπομείνουν, ακόμη κι αν προτιμούσαν την εξαθλίωση της ανεργίας. Σε πολλές αποικίες, η καταναγκαστική μαθητεία, καθώς και νόμοι περί αλητείας, χρησιμοποιήθηκαν ως υποκατάστατα της δουλείας[23].

Όταν η παγκόσμια αγορά εργασίας αυξανόμενα κατέληξε να αντικαταστήσει το πρώην δουλεμπόριο τις δεκαετίες των μέσων του 19ου αιώνα, η κυρίαρχη θεσμική μορφή της ήταν ένα εμπόριο συμβάσεων εργασίας[24]. Ακόμη κι αν οι στρατολόγοι έκαναν χρήση «συλλεκτών coolies»[25], οι οποίοι ήταν γνωστό πως δεν απέφευγαν και τις σαφείς απαγωγές[26], ακόμη κι αν οι μέλλοντες εργάτες δεν ήξεραν να διαβάζουν ή να γράφουν το όνομά τους κι είχαν εξαπατηθεί για τις συνθήκες της παροχής υπηρεσιών τους και για την ήπειρο στην οποία θα τους στέλνανε για να εργαστούν, συνέχισε να διατηρείτε ο μύθος της σύμβασης εργασίας την οποία κι οι δύο πλευρές είχαν συμφωνήσει ελεύθερα.

Οι coolies χρησιμοποιούνταν στις ΗΠΑ, στις φυτείες ζάχαρης της Καραϊβικής, στο Περού, στη Χαβάη, στις ευρωπαϊκές αποικίες στη Νοτιοανατολική Ασία, και στην Αυστραλία. Οι περισσότεροι εξ αυτών στρατολογούνταν στην Κίνα, την Ινδία και την Malaya, αλλά μερικοί και στην Αφρική. Οι συνθήκες διέφεραν στα διάφορα κράτη κι αποικίες, αλλά μερικές επαναλαμβάνονταν στις περισσότερες συμβάσεις των coolies. Επισήμως, οι coolies ήταν ελεύθεροι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους με τη λήξη της σύμβασής τους, αλλά ακόμη κι αν κατάφερναν να βρούνε πλοίο και χρήματα για το κόμιστρο, πολλοί εξ αυτών εξαπατούνταν κι εξαναγκάζονταν σε επανανέωση της σύμβασής τους. Στις πρώιμες φάσεις του εμπορίου coolies, αυτοί οι εργάτες συνήθως έβρισκαν τους εαυτούς τους σε φυτείες ή ζαχαρόμυλους των οποίων οι ιδιοκτήτες κι επόπτες ήταν συνηθισμένοι στη δουλεία και δεν έβρισκαν λόγο να άλλαξουν τον τρόπο επιβολής τους επί των εργατών. Η υποθετική δυνατότητα να εγκαταλλείψουν τη δουλειά τους στη λήξη της σύμβασης δεν βελτίωνε τις συνθήκες εργασίας και διαβίωσης των coolies όσο διαρκούσε η σύμβαση. Από τη δεκαετία του 1860 κι ύστερα, οι κυβερνήσεις στις πατρίδες τους προσπάθησαν να απαγορεύσουν, ή τουλάχιστον να ελέγξουν, το εμπόριο coolies, και μερικές κυβερνήσεις στις χώρες στις οποίες καταλήγανε, κυρίως στις Δυτικές Ινδίες, δημιούργησαν επιτροπές έρευνας των πραγματικών συνθηκών των συμβάσεων εργασίας τους. Το σημαντικότερο κίνητρο για αυτή τους την κίνηση φαίνεται να προήλθε από τους ελεύθερους μισθωτούς εργάτες των χωρών αυτών, μερικοί εκ των οποίων εργατών ήταν πρώην coolies οι οποίοι -για οποιοδήποτε λόγο- δεν είχαν επιστρέψει στις πατρίδες τους μετά τη λήξη των συμβάσεών τους. Διαμαρτυρήθηκαν για το γεγονός ότι ο πολύ χαμηλός μισθός των coolies έθετε σε κίνδυνο τις δικές τους διεκδηκήσεις για καλύτερους μισθούς. Στα τέλη του 19ου αιώνα και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού, υπήρχαν πολλά μέρη στον παγκόσμιο καπιταλισμό όπου οι αμερόληπτοι παρατηρητές τα είχαν χαμμένα μην μπορώντας να διακρίνουν διαφορές ανάμεσα στη δουλεία και τη σύμβαση εργασίας. Συχνά οι coolies εξωθούνταν να ζήσουν στο χώρο εργασίας τους, κι οι διαχειριστές τόσο των φυτειών τσαγιού στην Ασσάμ όσο και των φυτειών καπνού στην Ανατολική Ακτή της Σουμάτρα, προσπάθησαν να αποτρέψουν τη φυγή του εργατικού δυναμικού τους φυλάσσοντάς το με φράχτες, σκυλιά κι ένοπλο προσωπικό επιτήρησης. Από τους 85.000 coolies που είχαν φτάσει στη σύγχρονη κόλαση των φυτειών καπνού της Σουμάτρας το 1866, οι 35.000 είχαν ήδη πεθάνει μόλις τρία χρόνια αργότερα. Το 1873, χορηγήθηκε στους γαιοκτήμονες αυτής της αποικίας ποινική δικαιοδοσία επί του εργατικού δυναμικού τους[27].

Ήταν εκείνη περίπου την περίοδο που η ελεύθερη μισθωτή εργασία είχε πράγματι γίνει η επικρατέστερη στις μητροπόλεις των κρατών-πυρήνα του καπιταλισμού. Μολαταύτα, οι εργοδότες μπορούσαν ακόμη να κάνουν, κι όντως έκαναν, χρήση του κράτους ώστε να αποτρέψουν τη συλλογική διαπραγμάτευση. Πιο συχνά απ’ ότι όχι, ένοπλες δυνάμεις προσλαμβάνονταν για να αποτρέψουν ή να διαλύσουν απεργίες, κι ακτιβιστές μονίμως καταδικάζονταν με ποινές φυλάκισεις. Ήταν μόλις στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα που ο καπιταλισμός στις μητροπόλεις των κρατών του καπιταλιστικού πυρήνα ξεκίνησε να εξημερώνεται[28]. Ενώ οι περισσότεροι συγγραφείς εκλαμβάνουν την ανάπτυξη της κοινωνικής πολιτικής ως ζωτική για τους μετασχηματισμούς του καπιταλισμού, η «εξημέρωση» εστιάζει στη θεσμοποίηση της ταξικής σύγκρουσης. Αυτό γίνεται περισσότερο έκδηλο στην ουδετερότητα των κρατικών ποινικών θεσμών ενώπιον των απεργιών.

Ίσως κανείς να δελεαστεί, και πολλοί μαρξιστές υπέπεσαν στον πειρασμό, να περιγράψει αυτές τις εξελίξεις ως τις διεργασίες εγγενών τάσεων του καπιταλισμού, με την πιο σημαντική όψη αυτών των τάσεων να αποτελεί το γεγονός ότι η άμεση βία δεν χρησιμοποιώταν πια ως απειλή ενάντια στην υγεία και τη ζωή των εργατών, έτσι ώστε να τους κανούν πειθήνιους στην εκμετάλλευση. Το γεγονός ότι αυτός ο ισχυρισμός -καθώς κι η φιλοσοφία της ιστορίας από την οποία έχει εξαχθεί- δεν μπορεί να αντέξει ενώπιον της συμπαγής ιστορικής λειτουργίας του καπιταλισμού, έχει γίνει βάναυσα εμφανές από το εργασιακό καθεστώς του Εθνικοσοσιαλισμού. Όχι μόνο οι απεργίες απαγορεύτηκαν και τα συνδικάτα διαλύθηκαν, με τους ακτιβιστές τους να βρίσκονται ανάμεσα στους πρώτους έγκλειστους των στρατοπέδων συγκέντρωσης, αλλά από τα τέλη της δεκαετίας του 1930 κι έπειτα, εκατομμύρια αντρών, γυναικών, ακόμη και παιδιών, εξωθούνται σε εργασία υπό αντίξοες συνθήκες στο «Ράιχ». Η ικανότητά τους για εργασία χρησιμοποιήθηκε στην οικοτεχνία, σε φάρμες και σε πλοία, σε θεσμούς της εκκλησίας και στα εργοστάσια.

Και ήταν κυρίως στα εργοστάσια όπου οι Γερμανοί εργοδότες απέδειξαν ότι η καταναγκαστική εργασία μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη σύγχρονη βιομηχανία. Παρόλο που σε μερικές εταιρείες της βιομηχανίας όπλων περισσότερο από το 30%, και μερικές φορές 60%, του εργατικού δυναμικού αποτελούνταν από καταναγκαστική εργασία[29], η παραγωγή των εταιρειών αυτών τριπλασιάστηκε[30] μεταξύ του 1942 και 1944. Αυτή η ανάπτυξη δεν σταμάτησε όταν η γερμανική κυβέρνηση αποφάσισε να θέσει στη διάθεση της ιδιωτικής εκμετάλλευσης όχι μόνο τους λεγόμενους «άμαχους» εργάτες από κατεκτημένες πόλεις, καθώς και τους αιχμάλωτους πολέμου, αλλά επίσης και τους φυλακισμένους των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Όλα αυτά πραγματοποιήθηκαν ύστερα από αιτήσεις ιδιωτικών εταιρειών. Από τη στιγμή που η καταναγκαστική εργασία είχε ήδη χρησιμοποιηθεί ευρέως από το 1939, η εφαρμογή της στους εγκλείστους των στρατόπεδων συγκέντρωσης φαίνεται να έχει θεωρηθεί ως τμήμα του εύρους των φυσιολογικών στρατηγικών διαχείρισης. Μερικές διαδικασίες παραγωγής προσαρμόστηκαν σε αυτές τις αλλαγές του εργατικού δυναμικού, για παράδειγμα μειώνοντας το επίπεδο μηχανοποίησης ή εισάγοντας γραμμές παραγωγής[31].

Η προσφορά εγκλείστων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης προς ιδιωτική εκμετάλλευση, είχε ως κίνητρο την πρόθεση των SS να προάγουν την πολιτική τους επιρροή[32]· δεν ήταν αποτέλεσμα πολιτικών προθέσεων ολοκλήρωσης της οικονομικής ορθολογικότητας στον μηχανισμό τρομοκρατίας και καταστροφής. Ο ρατσισμός παρέμεινε η κατευθυντήρια γραμμή της στρατηγικής. Ήταν, οπότε, μόνο στα μέσα του 1944 που η φυσική εξόντωση των Εβραίων «αναβλήθηκε» ώστε να μειωθεί η έλλειψη εργασίας της οπλικής βιομηχανίας[33]. Ενώ το ποσοστό της καταναγκαστικής εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των αιχμάλωτων πολέμου, ήταν πολύ υψηλό στη Γερμανία κατά τον Β’ ΠΠ, το ποσοστό των έγκλειστων σε στρατόπεδα συγκέντρωσης επί του συνόλου του γερμανικού εργατικού δυναμικού δεν ξεπέρασε ποτέ το 3%. Στον καθένα απ’ αυτούς, του αρνήθηκε η ύπαρξή του ως μεμονωμένο ανθρώπινο ον, και ανήχθησαν σε έναν αριθμό κι ένα πλάσμα του οποίου η φυσική ύπαρξη απειλούταν μονίμως με εξαφάνιση.

Όταν το Διεθνές Δικαστήριο, το οποίο έλαβε χώρα στη Νυρεμβέργη μετά τον πόλεμο, προσπάθησε να διερευνήσει και τιμωρήσει τα εγκλήματα εναντίον της ανθρωπότητας που διέπραξε το προσωπικό του ναζιστικού καθεστώτος, η χρήση των φυλακισμένων για παραγωγή χαρακτηρίστηκε ως «δουλεία». Τα θύματα είχαν επίσης χρησιμοποιήσει συχνά αυτόν τον όρο για να συνοψίσουν τις εμπειρίες τους. Από τότε, μερικοί ιστορικοί έχουν προσπαθήσει να συγκρίνουν τις γερμανικές πρακτικές κατά τη διάρκεια του Β’ ΠΠ με άλλες μορφές δουλείας, συχνότερα με τη δουλεία στο Νότο των ΗΠΑ[34]. Ενώ αυτές οι προσπάθειες προσφέρουν μια διορατικότητα για τις ιδιαιτερότητες των υπό εξέταση συστημάτων, είναι παρ’ όλα αυτά μάταιες, επειδή το κίνημα για την κατάργηση της δουλείας άλλαξε, μια για πάντα, το περιεχόμενο της λέξης «δουλεία». Δεν αναφέρεται πια σε μια κοινωνική θέση που, στην πορεία του 17ου, 18ου και πρώιμου 19ου αιώνα, ορίζεται από τους νόμους μιας αποικίας ή ενός απολυταρχικού κράτους. Αντ’ αυτού, έχει γίνει μια πολιτική κατηγορία η οποία χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει συνθήκες διαβίωσης κι εργασίας οι οποίες θεωρούνται ασύμβατες με τις παγκοσμίως αποδεκτές ηθικές νόρμες. Η ιστορική εμπειρία της ναζιστικής Γερμανίας έχει αποδείξει ότι η απόλυτη κτηνωδία δεν είναι ασύμβατη με τη λειτουργία της προηγμένης βιομηχανικής παραγωγής.

Υπάρχουν δύο θεωρητικά συμπεράσματα να αντληθούν από αυτόν τον εκφυλισμό του προηγμένου καπιταλισμού σε ένα οικονομικό σύστημα στο οποίο η εκτεταμένη χρήση άμεσης βίας εξασκήθηκε σε τακτική βάση. Πρώτον: η εξημέρωση του καπιταλισμού εξαρτάται από την κρατική προστασία των ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων των εργατών, και δεύτερον: κανένα επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης δεν παρέχει προστασία απέναντι στην κτηνώδη χρήση άμεσης βίας ενάντια τους εργάτες.

Ήταν μόνο μετά τη λήξη του Β’ ΠΠ που ο πολιτικός αγώνας κι η πολιτική μεταρρύθμιση επέφερε αυτό που ο Robert Castel έχει αποκαλέσει τον εκπολιτισμό της εργασίας[35], κι αυτό που αποκαλώ την περαιτέρω εξημέρωση του καπιταλισμού. Αυτό, αλίμονο, υπήρξε βραχύβιο. Επειδή όχι μόνο ο άκαμπτος ανταγωνισμός στην παγκόσμια αγορά οδήγησε τις κυβερνήσεις στο να οξύνουν τον καταναγκασμό του να προσφέρει κανείς την ικανότητά του για εργασία σε μια πολύ δυσμενή αγορά, αλλά οι κοινωνίες κι οι κυβερνήσεις παγκοσμίως επίσης, για άλλη μια φορά, λιγότερο ή περισσότερο, ανέχονται την καταναγκαστική εργασία. Ο ορισμός μου της καταναγκαστικής εργασίας συγκεντρώνεται στην περιστολή της κινητικότητας, δηλαδή στην αποτροπή των εργατών από το να εγκαταλλείψουν τον χώρο εργασίας τους ή/και τη δουλειά τους. Η αφαίρεση των διαβατηρίων από τους ξένους μισθωτούς υπαγορεύει ότι απειλούνται με ποινικές διαδικασίες λόγω ελλείψεων στοιχείων για τη ταυτοποίησή τους, κι η αποτροπή τους από το να φύγουν από τον χώρο εργασίας τους σφραγίζοντας τις πόρτες και τα παράθυρα υπαγορεύει την απειλή ασθενειών, ακόμη και θανάτου. Όλοι μας γνωρίζουμε πολυάριθμα παραδείγματα.

Οι πολιτικοί αγώνες ενάντια σε τέτοιες πρακτικές περιορισμού δεν έχουν γίνει ευκολότεροι ύστερα από την παγκοσμιοποίηση της αγοράς εργασίας. Είναι, ωστόσο, αναπόφευκτοι. Αν ήταν πάντα αναλυτικώς προβληματικό το να νοούμε την εγγενή βία της πρωταρχικής συσσώρευσης ως το χαρακτηριστικό μιας συγκεκριμένης ιστορικής φάσης του καπιταλισμού ή των περιθωρίων του, η παγκοσμιοποίηση μας αναγκάζει να αναγνωρίσουμε επιτέλους ότι η ανοιχτή βία κι ο βίαιος καταναγκασμός συνεχίζουν να παρουσιάζουν κινδύνους σε όλες τις φάσεις κι όλα τα μέρη των καπιταλιστικών καθεστώτων εργασίας.

Πράγματι, επιμένω στην υπόθεση ότι ο ανοιχτός καταναγκασμός κι η καταστολή είναι σταθερές δυνατότητες των καπιταλιστικών καθεστώτων εργασίας. Η βία, μακρυά από το να σηματοδοτεί μια συγκεκριμένη εποχή της καπιταλιστικής ανάπτυξης, καραδοκεί σταθερά στα παρασκήνια των καπιταλιστικών σχέσεων εργασίας. Έρχεται στην επιφάνεια όταν οι κυβερνήσεις κι οι κοινωνίες απέχουν από αποφασιστικές ενστάσεις.

Σημειώσεις:

1. Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, εκδόσης Σύγχρονη Εποχή, σελ. 785.

2. Ό.π., σελ. 776.

3. Ό.π.

4. Ο Ετιέν Μπαλιμπάρ στο «Reflections on Gewalt» έχει αναλύσει την θεωρητική ιστορία αυτής της έννοιας. Βλέπε, Historical Materialism 17, 2009, σελ. 99-125, κυρίως στη τρίτη ενότητα.

5. Καρλ Μαρξ, ό.π., σελ. 789.

6. Ό.π.

7. Ο Massimo De Angelis πραγματεύεται αυτές τις ερμηνείες στο Marx’s Theory of Primitive Accumulation: A Suggested Reinterpretation. Μπορεί να βρεθεί εδώ.

8. Marcel van der Linden & Karl Heinz Roth, Über Marx Hinaus, εκδόσεις Assoziation, σελ. 22-23. Μεταφρασμένο στα αγγλικά υπό τον τίτλο Beyond Marx: Theorising the Global Labor Relations of the Twenty-First Century, εκδόσεις Brill.

9. Robert J. Steinfeld, Coercion, Contract, and Free Labor in the Nineteenth Century, εκδόσεις Cambridge University Press, σελ. 85-86 κ.ε.

10. Ό.π., σελ. 239.

11. [Σ.τ.Μ]: Παλαίο Καθεστώς ήταν το σύστημα του βασιλείου της Γαλλίας από τον 15ο αιώνα έως και την Γαλλική Επανάσταση το 1789.

12. Alain Cottereau, «Industrial Tribunals and the Establishment of a Kind of Common Law of Labour in Nineteenth-Century France» στο Willibald Steinmetz, Private Law and Social Inequality in the Industrial Age, εκδόσεις Oxford University Press, σελ. 203-226.

13. Γνωρίζω φυσικά ότι πολλοί μαρξιστές ιστορικοί προσπάθησαν να αναπτύξουν τέτοιες ερμηνείες, κι άναμεσα στις πρόσφατες βρίσκουμε τις παρακάτω: Neil Davidson, How Revolutionary were the Bourgeois Revolutions?, εκδόσεις Haymarket· Henry Heller, The Birth of Capitalism, εκδόσεις Pluto Press.

14. Αναγνωρίζω φυσικά πως από τη στιγμή που επιτρέπουμε στη δουλεία να νοείται ως μια από τις πολλές δυνητικές καπιταλιστικές μορφές εκμετάλλευσης, γίνεται πολύ πιο δύσκολο να ορίσουμε την μετάβαση από τον προκαπιταλιστικό στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Δεν θα αναφερθώ σε αυτό στο παρών κείμενο, αλλά τουλάχιστον θα υποδείξω δύο απαιτούμενα για τη χρήση της αναλυτικής έννοιας του καπιταλισμού: ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής ορίζεται από την κυριαρχία των ιδιοκτητών του κεφαλαίου (ή των αντιπροσώπων τους) επί των διαδικασιών παραγωγής, κι από την εξάρτηση της δυνατότητας της πραγματοποίησης κέρδους στην αγορά από τον ανταγωνισμό, δηλαδή από την κατάργηση των κρατικά εγγυημένων προνομίων.

15. Βίλχελμ Μπακχάους, Marx, Engels und die Sklaverei. Zur ökonomischen Problematik der Unfreiheit, εκδόσεις Pädagogischer Verlag Schwann, σελ. 67.

16. Robin Blackburn, The Overthrow of Colonial Slavery 1776-1848, εκδόσεις Verso, σελ. 520.

17. [Σ.τ.Μ.]: Κατά τη διάρκεια του Αμερικάνικου Εμφυλίου, στις 16 Ιανουαρίου 1865 εκδόθηκε από τους Βόρειους το στρατιωτικό διάταγμα Special Field Orders, No. 15, series 1865, υπό τον στρατηγό William Tecumseh Sherman. Σύμφωνα με το διάταγμα αυτό θα γινόταν δήμευση γης ως προς τις απελευθερωμένες οικογένειες δούλων, με τη κάθε μία να λαμβάνει 40 έικρς [περίπου 162 στρέμματα] γης κι ένα μουλάρι. Στα τέλη της ίδιας χρονιάς το διάταγμα αυτό ανακαλέστηκε, και στην ουσία οι απελευθέροι δεν απέκτησαν πότε ιδιοκτησία γης.

18. Ο Yves Benot επινόησε τον όρο «ersatz d’ esclavage [υποκατάστατο της δουλείας]». Βλέπε Yves Benot, La modernité s’esclavage. Essai sur la servitude au cœur du capitalisme, εκδόσεις Éditions laDécouverte, σελ. 247.

19. Συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είχαν ήδη απελευθερωθεί πριν από τον Αμερικάνικο Εμφύλιο.

20. Julie Saville, The Work of Reconstruction: From Slave to Wage Laborer in South Carolina, 1860-1870, εκδόσεις Cambridge University Press, σελ. 114-115.

21. James W. Clarke, The Lineaments of Wrath: Race, Violent Crime, and American Culture, εκδόσεις Transaction Publishers, σελ. 127.

22. William Cohen, «Negro Involuntary Servitude in the South, 1865-1940: A Preliminary Analysis», The Journal of Southern History, Vol. 42, No. 1, Φεβρουάριος 1976, σελ. 55.

23. Στη Γουατεμάλα για παράδειγμα, βλέπε Christian Schnakenbourg, La Transition Post-Esclaviste 1848-1883, εκδόσεις Harmattan, σελ. 21-22.

24. Η πρακτική είχε ήδη ευρέως χρησιμοποιηθεί όταν Ευρωπαίοι μετανάστες στις αποικίες της Βόρειας Αμερικής μισθώθηκαν για να εργάζονται χωρίς πληρωμή για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (συνήθως για επτά χρόνια) για τον εργοδότη, ο οποίος αποζημίωνε τους καπετάνιους των πλοίων για τα έξοδα μεταφοράς των μελλοντικών του χαμάληδων.

25. [Σ.τ.Μ.]: Οι coolies ήταν χαμάληδες, και γενικότερα ανιδείκευτοι χειρονάκτες εργάτες, συνήθως από τη Νότια Κίνα ή την Ινδική υποήπειρο (Ινδία, Πακιστάν, Μπανγκλαντές, Σρι Λάνκα, Νεπάλ, Μπουτάν).

26. David Northrup, Indentured Labor in the Age of Imperialism 1834-1922, εκδόσεις Cambridge University Press.

27. Karl J. Pelzer, Planter and Peasant: Colonial Policy and the Agrarian Struggle in East Sumatra 1863-1947, εκδόσεις Martinus Nijhoff.

28. Χρησιμοποιώ αυτόν τον όρο επειδή μας υπενθυμίζει επίσης ότι τα εξημερωμένα άγρια θηρία μπορούν και πάλι να επανέλθουν στην πρότερή τους συμπεριφορά.

29. Constanze Werner, Kriegswirtschaft und Zwangswirtschaft bei BMW, εκδόσεις Oldenbourg, σελ. 187.

30. Andreas Heusler, Mark Spoerer & Helmuth Trischler, Hg. Rüstung Kriegswirtschaft und Zwangsarbeit im «Dritten Reich», εκδόσεις Oldenbourg, σελ. 7.

31. Daniel Uziel, «Der Volksjäger. Rationalisierung und Rationalität von Deutschlands letztem Jagdflugzeug im Zweiten Weltkrieg», στο ό.π., σελ. 71.

32. Marc Buggeln, Arbeit & Gewalt. Das Außenlagersystem des KZ Neuengamme, εκδόσεις Wallstein, σελ. 661.

33. Ό.π., σελ. 658.

34. Περίοπτη θέση: Marc Buggeln, «Were Concentration Camp Prisoners Slaves?: The Possibilities and Limits of Comparative History and Global Historical perspectives», International Review of Social History (2008), κ.ε.· βλέπε επίσης: Hermann Kaienburg, «KZ-Haft und Wirtschaftsinteresse: Das Wirtschaftsverwaltungshauptamt der SS als Leitungszentrale der Konzentrationslager und der SS-Wirtschaft» στο Hermann Kaienburg, Hg. Konzentrationslager und deutsche Wirtschaft 1939-1945, εκδόσεις Leske & Budrich, κ.ε.

35. Robert Castel, Die Metamorphosen der Sozialen Frage. Eine Chronik der Lohnarbeit, εκδόσεις UVK, σελ. 401. Αρχικά δημοσιευμένο το 1996 ως: Les métamorphoses de la question sociale: une chronique du salariat, εκδόσεις Fayard.