Home / ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ / Μια γαλλική άνοιξη

Μια γαλλική άνοιξη

Παραθέτουμε παρακάτω μετάφρασή μας του άρθρου A French Spring του περιοδικού Jacobin, που δημοσιεύτηκε στις 28/4/2016. Παρότι δεν συμφωνούμε με διάφορες από τις απόψεις του αρθρογράφου (πχ τη στήριξή του στα συνδικάτα) κρίνουμε οτί δίνει μια καλή εικόνα για την πολιτική κατάσταση που επικρατεί στη Γαλλία.

el-khomri

Ένα νέο κίνημα ενάντια στην απορρύθμιση της αγοράς εργασίας σχηματίζεται στη Γαλλία. Από τον Φεβρουάριο, όταν η κυβέρνηση του Σοσιαλιστικού Κόμματος (PS) του Φρανσουά Ολλάντ και του Μανουέλ Βαλλς ανακοίνωσε μια προτεινόμενη μεταρρύθμιση του γαλλικού εργασιακού κώδικα (code du travail), ένα κύμα διαδηλώσεων σάρωσε τη χώρα. Στις 9 Μαρτίου, 500.000 άνθρωποι συμμετείχαν σε μια εθνική ημέρα δράσης· ακόμη 1,2 εκατομμύρια συμμετείχαν στις συνδικαλιστικές διαδηλώσεις τις 31 Μαρτίου· και στις 9 Απριλίου, δεκάδες χιλιάδες περισσότεροι διαδήλωσαν στο Παρίσι κι άλλες γαλλικές πόλες ενάντια στο νομοσχέδιο.

Μια από τις πιο εντυπωσιακές πτυχές του νέου κινήματος είναι ο απόλυτος αριθμός των πόλεων όπου οργανώθηκαν διαδηλώσεις: περισσότερες από 250 μόλις στις 31 Μαρτίου. Εκείνη την ημέρα, η κακοκαιρία μείωσε την προσέλευση στη γαλλική πρωτεύουσα. Αλλά παρόλη τη βροχή, εκατοντάδες διαδηλωτών συγκεντρώθηκαν το βράδυ στην Πλατεία Δημοκρατίας στο Παρίσι, στην πρώτη από τις «Nuit Debout [Ολονυχτία]» καταλήψεις [πλατειών].

Τις εβδομάδες που ακολούθησαν, διαμαρτυρίες τύπου Nuit Debout άρχισαν να ξεπηδάνε σε όλη τη Γαλλία. Δεκάδες χιλιάδες συρρεύσαν στην Πλατεία Δημοκρατίας για να συμμετάσχουν στις βραδινές μαζικές συναντήσεις.

Η κατάληψη πόλωσε τη γαλλική πολιτική γνώμη. Ο συντηρητικός φιλόσοφος Alain Finkielkraut αποκήρρυξε τους διαδηλωτές της Nuit Debout ως «φασίστες», αφότου προσβλήθηκε φωναχτά όταν προσπάθησε να υπεσέλθει σε μια από τις συναντήσεις. Το Εθνικό Μέτωπο (FN) της Μαρίν Λε Πεν εξέδωσε μια ανακοίνωση απαιτώντας την καταστολή του κινήματος, αποκαλώντας το μια «πηγή βίας κι αποσύνθεσης».

Και μόλις αυτή την εβδομάδα, ο τέως πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί έδωσε μια ομιλία στην οποία επιτέθηκε στους διαδηλωτές αποκαλώντας τους «εγκεφαλικά νεκρούς» και χαρακτηρίζοντάς τους «κακοποιούς». Ο Σαρκοζί, που δεν υπήρξε ποτέ απ’ αυτούς που μασούσαν τα λόγια τους, συνέκρινε την κατάληψη της Πλατείας Δημοκρατίας με μια «καιόμενη πυρά η οποία υπονομεύει την εξουσία του κράτους».

Όλα αυτά συμβαίνουν σε μια περίοδο αυξημένης καταστολής κι αστυνομικής βίας. Παρόλη την «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» που βρίσκεται σε ισχύ από τις επιθέσεις στο Παρίσι στις 13 Νοεμβρίου, οι αξιωματούχοι έως τώρα έχουν αποφύγει μια άμεση κήρυξη των συγκεντρώσεων ως παράνομες. Αλλά η κυβερνητική αναστολή των ελευθεριών των πολιτών έχει δώσει στην περίφημη βίαιη γαλλική εθνική αστυνομία το πράσινο φως για την καταστολή των διαμαρτυριών ενάντια στο εργασιακό νομοσχέδιο.

Οι διαμαρτυρίες έχουν πνιγεί στα δακρυγόνα. οι διαδηλωτές έχουν βιαίως διαλυθεί. σε πολλές πόλεις, οι ακτιβιστές έχουν ξυλοκοπηθεί και συλληφθεί. Οι μαθητές λυκείου έχουν αντιμετωπίσει ιδιαίτερα σκληρά μέτρα: στα τέλη Μαρτίου, το βίντεο ενός μαθητή λυκείου στο βόρειο Παρίσι που ξυλοκοπείτε από τα γαλλικά ΜΑΤ πυροδότησε την εθνική κατακραυγή (οδηγώντας τους εισαγγελείς να απαγγείλουν κατηγορίες σε έναν εκ των αστυνομικών που περιπλέκονταν στην υπόθεση).

Στην αγγλόφωνη αριστερά, πολλά έχουν γραφτεί για τις Nuit Debout διαμαρτυρίες. Πολλοί παρατηρητές έχουν υποδείξει τις ομοιότητες ανάμεσα σε αυτές τις συγκεντρώσεις και το Occupy Wall Street ή τους Indignados στην Ισπανία. Λιγότερη προσοχή έχει δωθεί, ωστόσο, στον αγώνα που ξεκίνησε τη Nuit Debout – το κίνημα ενάντια στο προτεινόμενο μεταρρυθμιστικό νομοσχέδιο της γαλλικής κυβέρνησης.

Αυτό είναι εκπληκτικό, επειδή αυτά τα δύο είναι στενά συνδεδεμένα: το Nuit Debout αναδύθηκε από τις διαμαρτυρίες ενάντια στο εργασιακό νομοσχέδιο, κι έχει τραφεί από τη λαϊκή ενέργεια που εξαπέλυσαν. Τελικά, η μοίρα του είναι συνδεδεμένη με την επιτυχία αυτού του κινήματος.

Ως εκ τούτου, πολλά εξαρτώνται στο τι θα γίνει με το εργασιακό νομοσχέδιο. Έως τώρα, η κοινή γνώμη έχει ευνοήσει τις διαμαρτυρίες ενάντια στη νομοθεσία: σύμφωνα με μια έρευνα στα τέλη του Μαρτίου, σχεδόν τα 3/4 του κόσμου αντιτίθονται στο εργασιακό νομοσχέδιο, και περισσότερο από το 50% θέλει οι διαμαρτυρίες να συνεχίσουν.

Με την αυρίανή, ηγούμενη από συνδικάτα, ημέρα δράσης ενάντια στην πρόταση, και τον σχεδιασμό του κοινοβουλίου να ξεκινήσει τη διαβούλευση των μέτρων στις 3 Μαΐου, το κίνημα ενάντια στο εργασιακό νομοσχέδιο εισέρχεται σε μια κρίσιμη φάση.

Αντιστρέφοντας την ιεραρχία

Το διακύβευμα αυτής της μάχης είναι υψηλό. Η κυβερνητική πρόταση (γνωστή ως νόμος Ελ Κομρί, από το όνομα της υπουργού εργασίας Μιριάμ Ελ Κομρί) θα αναθεωρήσει μεγάλο κομμάτι του γαλλικού εργασιακού κώδικα.

Για παράδειγμα, θα τροποποιήσει τους κανόνες περί εργάσιμου χρόνου δίνοντας στις επιχειρήσεις μεγαλύτερη ελαστικότητα στον να υπερβαίνουν το νομικό όριο του εργάσιμου χρόνου των υπαλλήλων τους. Επί του παρόντος, η θεσπισμένη 35ωρη εργάσιμη εβδομάδα στη Γαλλία επιτρέπει, με τις υπερωρίες, η εργάσιμη ημέρα να φτάνει έως και τις 10 ώρες, με την εργάσιμη εβδομάδα να φτάνει τις 48, για τους πλήρως απασχολούμενους. Η κυβερνητική πρόταση θα αυξήση τη νόμιμη εργάσιμη ημέρα στο 12ωρο, «σε περίπτωση αυξημένης δραστηριότητας ή για λόγους σχετιζόμενους με την οργάνωση της επιχείρησης».

Ο νόμος Ελ Κομρί θα επιτρέψει επίσης στο υπουργείο εργασίας να αυξάνει προσωρινά το όριο της εργάσιμης εβδομάδας έως και το 60ωρο αν «εξαιρετικές περιπτώσεις» το απαιτούν. Εν τω μεταξύ, η νομοθεσία θα μειώσει σημαντικά το μπόνους που καταβάλεται στους εργάτες που δουλεύουν περισσότερες από 35 ώρες την εβδομάδα.

Ίσης σημασίας είναι οι διατάξεις του νόμου που θα μειώσουν το όριο των νόμιμων ζημίων για «καταχρηστικές απολύσεις». Στη Γαλλία, οι εργάτες που χάνουν τη δουλειά τους χωρίς «δικαιολογημένη αιτία» δικαιούνται να διεκδικήσουν αποζημίωση μέσω των εργασιακών δικαστηρίων. Αυτό σημαίνει ότι αν απολυθείς επειδή η εταιρεία σου δεν βγάζει χρήματα, ο εργοδότης πρέπει να σου καταβάλει μια αποζημίωση ανάλογη με τη διάρκεια που σε απασχολούσε.

Ο νόμος Ελ Κομρί θα μειώσει το νόμιμο όριο των αποζημιώσεων ώστε, για παράδειγμα, ένας εργάτης με 20 χρόνια απασχόλησης στον εργοδότη θα καταλήξει να πάρει αποζημίωση ίση με την αξία μόνο 12 μισθών.

Η πρόταση επίσης θ’ αλλάξει τους κανονισμούς για τις απολύσεις, κάνοντας ευκολότερες για τις επιχειρήσεις τις απολύσεις υπαλλήλων για οικονομικούς λόγους. Η γαλλική νομοθεσία απαιτεί ότι οι επιχειρήσεις που θέλουν να απολύσουν υπαλλήλους χωρίς αιτία πρέπει να παρέχουν μια έγκυρη αιτιολόγηση – με το νόμο Ελ Κομρί, ο ισχυρισμός ότι αποτελεί οικονομική αναγκαιότητα θα είναι αρκετός.

Ίσως το πιο αμφιλεγόμενο, η πρόταση θα επιτρέπει στις επιχειρήσεις να διαπραγματεύονται «επιθετικές συμβάσεις» σε εταιρικό επίπεδο. Αυτές οι συμβάσεις θα επιτρέπονται να υποτιμούν τα υπάρχοντα επίπεδα του ωρομίσθιου, του εργάσιμου χρόνου κι άλλων πτυχών της σύμβασης εργασίας. Στο παρελθόν, οι επιχειρήσεις που ήθελαν να διαπραγματευτούν αυτού του είδους τις επιχειρησιακές συμβάσεις έπρεπε να αποδείξουν ότι ήταν αναγκαίες για την αποτροπή χρεωκοπίας ή απολύσεων.

Τώρα, οι επιχειρήσεις που θέλουν να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους ή να εισέλθουν σε νέες αγορές θα μπορούν να απαιτούν παραχωρήσεις από τους εργάτες τους, ακόμη κι αν αυτές οι παραχωρήσεις παραβιάζουν τους όρους των αναγνωρισμένων συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή των υπάρχοντων εργασιακών νόμων. Περαιτέρω, το νομοσχέδιο θα κάνει ευκολότερο για τις επιχειρήσεις το να διαπραγαματευόνται συμβάσεις με εκπροσώπους των εργαζομένων, αρκεί να στηρίζονται από το 30% του εργατικού δυναμικού.

Συλλογικά, αυτές οι αλλαγές θα επιφέρουν πολλά οφέλη στους εργοδότες.

Από την οπτική της επιχειρηματικότητας, το γαλλικό εργατικό δίκαιο είναι γεμάτο με «άκαμπτους» νομικούς περιορισμούς και δαπανηρές ρυθμιστικές απαιτήσεις: από τους νόμους περί απολύσεων κι εργάσιμου χρόνου έως τον υψηλό κατώτατο μισθό, οι επιχειρήσεις βλέπουν τον εργασιακό κώδικα ως ένα ανυπόφορο βάρος. Ο νόμος Ελ Κομρί θα αποτελέσει ένα σημαντικό βήμα προς την ανακούφιση απ’ αυτό το βάρος.

Αυτό δεν σημαίνει ότι στις επιχειρήσεις αρέσει το σύνολο της κυβερνητικής πρότασης, ιδιαιτέρως όπως έχει αναθεωρηθεί από την αρχική ανακοίνωση της πρότασης. Οι πιο πρόσφατες εκδοχές της πρότασης ενσωμάτωσαν έναν αριθμό παραχωρήσεων προς τους αντίπαλους των μέτρων.

Για παράδειγμα, για να καθησυχάσει τους επικριτές, η δεύτερη εκδοχή του νομοσχεδίου περιελάμβανε μια φορολόγηση στις προσωρινές συμβάσεις εργασίας. Αυτή η διάταξη, που προσβλέπει στην αποθάρρυνση της υπερβολικής στήριξης σε βραχυπρόθεσμους απασχολούμενους εις βάρος των πλήρων απασχολούμενων, επέστησε την οργή του κύριου γαλλικού επιχειρηματικού λόμπι, της Κίνησης των Επιχειρήσεων της Γαλλίας (MEDEF).

Η MEDEF τώρα απαιτεί απ’ την κυβέρνηση να επιστρέψει στην αρχική της πρόταση. Έχει απειλήσει να αρνηθεί τη συνεργασία επί των προτεινόμενων αλλαγών του γαλλικού συστήματος ανεργίας αν ο Ολλάντ δεν ικανοποιήσει τα αιτήματά της, όπως φαίνεται πιθανό.

Η στάση της MEDEF προς την εργασιακή νομοθεσία αντικατοπτρίζει τη σκληρή στάση των εκπροσώπων των εργοδοτών στη Γαλλία – οι οποίοι, σ’ αυτό το σημείο, δεν θέλουν να εγκαταλείψουν κανένα απ’ τα αιτήματά τους. Αν η συντηρητική αντιπολίτευση προς το νομοσχέδιο ήταν αρκετά ισχυρή, η κυβέρνηση θα αναγκαζόταν να καταφύγει σε έκτακτες διαδικασίες για να περάσει το νομοσχέδιο στο κοινοβούλιου.

Αυτό θα αποτελούσε ένα πλήγμα για την κυβέρνηση. Αλλά δεν θ’ άλλαζε το γεγονός ότι το νομοσχέδιο αποτελεί, αδιαμφισβήτητα, μια νίκη της επιχειρηματικής αντίδρασης προς τον εργασιακό κώδικα.

Για την εργασία, ο νόμος Ελ Κομρί θα αποτελέσει καταστροφή: αν περαστεί, τα μέτρα θα καταστρέψουν κοινωνικά οφέλη που επιτεύχθηκαν με δεκαετίες σκληρών αγώνων. Θα υπονομεύσει την εργασιακή σταθερότητα, θα ενθαρρύνει παραχωρήσεις σε μισθούς κι εργασιακές συνθήκες, και θα κάνει τη θεσπισμένη 35ωρη εργάσιμη εβδομάδα πρακτικά ανούσια.

Το χείριστο όλων, το νομοσχέδιο θα ξεκοιλιάσει τον εργασιακό κώδικα, επιτρέποντας στους εργοδότες να παρακάμπτουν τις θεσπισμένες ρυθμίσεις μέσω συμβάσεων επιχειρησιακού  επιπέδου. Για τις γαλλικές εργατικές οργανώσεις, αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της πρότασης. Όπως ο Phillipe Martinez, πρόεδρος της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών (CGT, η ηγετική εργατική ομοσπονδία της Γαλλίας) σημειώνει, «η κύρια αρχή της αντίθεσής μας σ’ αυτό τον νόμο είναι ότι επιτρέπει στην κάθε επιχείρηση να έχει τον δικό της εργασιακό κώδικα».

Με αυτό τον τρόπο, η Ελ Κομρί θα αντιστρέψει την «ιεραρχία των κανόνων» της γαλλικής αγοράς εργασίας. Παραδοσιακά, οι κανονισμοί για την απασχόληση προέρχονταν από τον εργασιακό κώδικα: το εργατικό δίκαιο έθετε ένα πλαίσιο για της συμβάσεις απασχόλησης, οι οποίες ρυθμίζονταν περαιτέρω από συλλογικές συμβάσεις διαπραγματευόμενες σε κλαδικό επίπεδο.

Τώρα, αυτή η ιεραρχία θα αντιστραφεί: οι επιχειρησιακές συμβάσεις, συμφωνημένες με εργάτες που μπορεί να εκπροσωπούνται, ή και όχι, από ένα συνδικάτο, θα γίνουν το κεντρικό έδαφος της συλλογικής διαπραγμάτευσης. Η αποκεντρωμένη διαπραγμάτευση θα κυριαρχεί επί των νόμιμων κανονισμών και κλαδικών διαπραγματεύσεων. Το νομοσχέδιο έτσι θα επιτρέψει μια διαρκή επίθεση στα πρότυπα απασχόλησης που είναι καθιερωμένα από τον εργασιακό κώδικα.

Το στοίχημα του Ολλάντ

Δεν προκαλεί κάποια εντύπωση που η πρόταση προξένησε μια τόσο ισχυρή αντίδραση. Ακόμη κι εντός του SP, η έκταση αυτής της αντίδρασης είναι αδύνατο να κρυφτεί. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η αντίδραση της Μαρτίν Ομπρί, της πρώην υπουργού εργασίας κι ηγέτης του PS στην πόλη της Λιλ στη βόρεια Γαλλία.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, κατά τη θητείας της ως υπουργός στην κυβέρνησης της «Πλουραλιστικής Αριστεράς» [1] του Λιονέλ Ζοσπέν, η Ομπρί στήριξε το νομοσχέδιο που εισήγαγε τη 35ωρη εργάσιμη εβδομάδα. Σήμερα, τις τελευταίες εβδομάδες, εξέφρασε την αηδία της με το προτεινόμενο σχέδιο μεταρρύθμισης από τη τρέχουσα διοίκηση: αφού παρευρέθησε σε μια συνάντηση στα κεντρικά γραφεία του SP με την Ελ Κομρί και άλλους, η Ομπρί δήλωσε στον τύπο ότι το νομοσχέδιο είναι θεμελιωδώς ελλατωματικό: «Εξήγησα στην Μιριάμ Ελ Κομρί ότι η μεταρρύθμιση του Εργασιακού Κώδικα δεν βελτιώνει την επιχειρηματική ανταγωνιστικότητα και δεν αυξάνει την προστασία των απασχολούμενων, είναι άκρως επικίνδυνη».

Όπως ήταν αναμενόμενο, στους δύο μήνες που πέρασαν από την ανακοίνωση του νομοσχεδίου, το SP σταθερά χάνει μέλη. Εν τω μεταξύ, η κυβέρνηση έχει καταφέρει ναι αποξένωσει πολλούς από τους πρώην συμμάχους της: για παράδειγμα η Εθνική Ένωση Φοιτητών της Γαλλίας (UNEF), η κύρια εθνική οργάνωση φοιτητών της Γαλλίας, η οποία παραδοσιακά είχε στενούς δεσμούς με το PS, έχει υπάρξει στην πρώτη γραμμή του κινήματος ενάντια στο νομοσχέδιο, και βοήθησε στην οργάνωση της ημέρας δράσης στις 9 Μαρτίου.

Με την απουσία βιώσιμης εναλλακτικής στα αριστερά του PS, τίποτα απ’ αυτά δεν πρόκεται να διασπάσει το κόμμα – τουλάχιστον όχι βραχυπρόθεσμα. Αλλά το βάθος του θυμού που έχει πυροδοτήσει το νομοσχέδιο, αποτελεί έναν δείκτη για το που κείτεται το δημόσιο αίσθημα.

Οι αρνητικές συνέπειες του νομοσχεδίου έχουν έτσι επιδεινώσει την ύφεση της δημόσιας στήριξης προς την κυβέρνηση. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι τα ποσοστά αποδοχής του προέδρου Ολλάντ, ήδη σε ένα ιστορικό χαμηλό πριν τον Φεβρουάριο, έχουν τώρα πέσει μόλις στο 15%.

Όλα αυτά αποτελούν έναν κακό οιωνό για την προοπτική του Ολλάντ να κερδίσει τις επόμενες εκλογές, αν είναι ξαναθέσει υποψηφιότητα του χρόνου. Δεδομένης της κακοφημίας του, είναι πολλοί εκείνοι που αναρωτιούνται αν θα είναι πράγματι ο υποψήφιος των Σοσιαλιστών το 2017 – σε μια εκστρατεία της οποίας τώρα ηγείται η Μαρίν Λε Πεν του FN, και στην οποία ο συντηρητικός πρώην πρωθυπουργός Αλέν Ζιπέ φέρεται να είναι ο δημοφιλέστερος.

Ο Ολλάντ έχει επανειλημένως δηλώσει ότι αναζητά να επανεκλεγεί, αλλά οι περισσότεροι ψηφοφόροι των Σοσιαλιστών, και πολλοί από την ηγεσία του PS, φαίνεται να προτιμούν τους αντιπάλους του στο PS (με τον Βαλλς και τον υπουργό οικονομικών Εμανουέλ Μακρόν, ένας πρώην επενδυτικός τραπεζίτης, να αναδύονται ως τα φαβορί για την αντικατάσταση του Ολλάντ).

Τα ιλιγγιώδη χαμηλά ποσοστά αποδοχής του Ολλάντ αντανακλάνε τον εκτενή θυμό σχετικά με τις οικονομικές πολιτικές που έχει επιδιώξει απ’ όταν ανέλαβε καθήκοντα. Σε μια περίοδο που η Γαλλία δεν έχει ακόμα ανακάμψει από τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης του 2008, η διαχείρισή του έχει σταθεί ανίκανη να ανακόψει την χρόνια έλλειψη θέσεων εργασίας.

Νωρίτερα αυτό το έτος, το ποσοστό ανεργίας έφτασε το 10,6% (σημειώνοντας άνοδο από το μόλις λίγο πάνω από το 9% απ’ όταν ανέλαβε ο Ολλάντ), το υψηλότερο της 20ετίας. Πιο συγκεκριμένα, οι νεαροί εργάτες έχουν βιώσει την έλλειψη προοπτικών απασχόλησης: η ανεργία στους νέους τώρα ξεπερνά το 25%.

Σε απάντηση, ο Ολλάντ έχει υιοθετήσει μια στρατηγική φιλελευθεροποίησης της αγοράς εργασίας. Ισχυρίζεται ότι το κλειδί για την ώθηση της στάσιμης οικονομικής ανάπτυξης είναι η δημιουργία ενός περισσότερο ευνοϊκού κλίματος για τις επιχειρήσεις.

Τελικά, προώθησε μια σειρά μεταρρυθμίσεων σχεδιασμένων να αυξήσουν την «ελαστικότητα» της απασχόλησης, και να μειώσουν το νομοθετικό βάρος που επέβαλε ο εργασιακός κώδικας. Αυτά τα μέτρα έχουν κάνει τις απολύσεις εργατών ευκολότερες και λιγότερο δαπανηρές για τις επιχειρήσεις, επιτρέποντας σε προβληματικές επιχειρήσεις να διαπραγματεύονται επιχειρησιακές συμβάσεις που υπονομεύουν τα πρότυπα απασχόλησης, και παρέχουν σημαντικές φορολογικές επιδοτήσεις στους εργοδότες (έχοντας λίγα ή και τίποτα να επιδείξουν γι’ αυτές).

Η ατζέντα μεταρρυθμίσεων του Ολλάντ έχει αποδειχτεί εντατικά κακόφημη στους ψηφοφόρους – για να μην αναφέρουμε την ίδια την κοινοβουλετική αντιπροσωπεία του PS. Πράγματι, μόλις πέρυσι, όταν η κυβέρνηση προσπάθησε να περάσει το νόμο Μακρόν -ο οποίος, ανάμεσα στα άλλα, εξάλειφε τη σταθερότητα της απασχόλησης σε διάφορα επαγγέλματα, και χαλάρωνε τα νομοθετημένα όρια για τη βραδινή εργασία και την εργασία του Σαββατοκύριακου- η πρόταση συνάντησε τόσες πολλές αντιδράσεις από τους Σοσιαλιστές νομοθέτες που η διαχείρηση αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει μια μυστικιστική συνταγματική διάταξη για να της επιτραπεί να προσπεράσει το κοινοβούλιο.

Η ήδη λαβωμένη υπόληψη του προέδρου έλαβε ακόμη ένα πλήγμα ως αποτέλεσμα των επιπτώσεων του μεταρρυθμιστικού εργασιακού νομοσχεδίου της κυβέρνησης. Επιδεινώνοντας αυτή την αδυναμία, η κυβέρνηση υπέστη ένα ακόμη σημαντικό πλήγμα τον περασμένο μήνα, όταν αναγκάστηκε να παρατήσει τα σχέδιά της για μια συνταγματική τροπολογία που θα επέτρεπε σε όσους έχουν διπλή υπηκοότητα να τους αφαιρεθεί η γαλλική, για λόγους σχετιζόμενους με τρομοκρατικές δραστηριότητες.

Αυτή η ρύθμιση, ανακοινωμένη στον απόηχο των επιθέσεων της 13 Νοεμβρίου, βρήκε ισχυρή αντίσταση, ιδιαιτέρως από μέλη του ίδιου του SP του Ολλάντ.

Οικονομική και κοινωνική έκτακτη ανάγκη

Δεδομένου του εμφανούς πολιτικού κόστους, γιατί ο Ολλάντ επιταχύνεις τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες;

Ο ίδιος έχει περιγράψει τις προτάσεις του ως μια αναπόφευκτη απάντηση στις απελπιστικές δυσκολίες στις οποίες βρίσκεται η γαλλική οικονομία. Όπως ο πρόεδρος το έθεσε τον Ιανουάριο (ενώ ανακοίνωνε ένα προτεινόμενο μέτρο που θα έδινε φορολογικές επιδοτήσεις αξίας 2 δισεκατομμυρίων ευρώ σε επιχειρήσεις), η Γαλλία αντιμετωπίζει μια «οικονομική και κοινωνική έκτακτη ανάγκη» λόγω του «αβέβαιου οικονομικού κλιματος και της επίμονης ανεργίας». «Η χώρα μας», συνέχισε ο Ολλάντ, «αντιμετωπίζει δομική ανεργία εδώ και 2 ή 3 δεκαετίες, και αυτό απαιτεί να γίνει η δημιουργία θέσεων εργασίας η μία και μοναδική μας μάχη».

Παρόλα αυτά, δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος να θεωρήσουμε ότι το πρόσφατο μεταρρυθμιστικό εργασιακό νομοσχέδιο της κυβέρνησης θα κάνει αρκέτα πράγματα για την προώθηση της ανάπτυξης θέσεων εργασίας, ειδικά βραχυπρόθεσμα. Πως μπορούν ν’ αυξήσουν τα ποσοστά απασχόλησεις οι μεταρρυθμίσεις που βοηθούν τους εργοδότες να αναγκάσουν τους υπαλλήλους τους να εργάζονται περισσότερες ώρες, και που τους επιτρέπουν να απολύουν εργάτες;

Μια πιθανή ερμηνεία είναι ότι ο Ολλάντ παίζει ένα στοίχημα ότι θα καταφέρει να διασπάσει τη δεξιά ψήφο στις προεδρικές εκλογές του επόμενου έτους. Αφαιρώντας ένα τμήμα της δεξιάς εκλογικής βάσης, ο Ολλάντ μπορεί να το κατευθύνει προς την Μαρίν Λε Πεν – ώστε οι αντιFN ψηφοφόροι να μην έχουν άλλη επιλογή από το να συνασπιστούν γύρω του για να αποτρέψουν τη νίκη της Λε Πεν.

Αν αυτή είναι πράγματι η στρατηγική του, δεν φαίνεται να λειτουργεί. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι αν γίνονταν σήμερα εκλογές, ο Ολλάντ δεν θα πλησίαζε το να φτάσει στον δεύτερο γύρο.

Αλλά η αποστολή του πηγαίνει πέρα απ’ αυτές τις άμεσες φιλοδοξίες σταδιοδρομίας. Θέλει να μετασχηματίσει το πολιτικό έδαφος για τις μέλλουσες διαβουλεύσεις μεταρρυθμίσεων στη Γαλλία. Με πολλούς τρόπους, ο Ολλάντ βλέπει τον εαυτό του ως τον Γάλλο αντίστοιχο του πρώην πρωθυπουργού της Γερμανίας, Γκέρχαρντ Σρέντερ, του οποίου η συγκυβέρνηση Κόκκινων-Πράσινων [2] ήταν γνωστή για τις αμφιλεγόμενες οικονομικές μεταρρυθμίσεις της. Οι μεταρρυθμίσεις του Χαρτζ στην πρόνοια από την κυβέρνηση Σρέντερ, έκαναν τον Σρέντερ πρότυπο των σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων του Τρίτου Δρόμου [3] σε όλη την Ευρώπη.

Για τον Γάλλο πρόεδρο, το παράδειγμα του Σρέντερ είναι κάτι που θα ήθελε να μιμηθεί. Ο Ολλάντ εξήγησε τον θαυμασμό του για τον Γερμανό πρώην καγκελλάριο το 2013, σε μια ομιλία που έδωσε στον εορτασμό της 150ης επετείου του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας στη Λειψία. Ο Σρέντερ, δήλωσε ο Ολλάντ, ήταν ένας «αληθινός σοσιαλδημοκράτης», του οποίου η απόφαση να προωθήσει τις μεταρρυθμίσεις της αγοράς εργασίας, με μεγάλο πολιτικό κόστος για τον ίδιο, έχει δικαιωθεί με τη ραγδαία ανάκαμψη της Γερμανίας ύστερα από την οικονομική κρίση του 2008.

Από την οπτική του Ολλάντ, η μεγάλη αρετή του Σρέντερ ήταν η ικανότητά του να αναγνωρίσει ότι η «πρόοδος» για την Αριστερά δεν έχει να κάνει απλώς με την επιδίωξη των παραδοσιακών σοσιαλδημοκρατικών στόχων, όπως η επέκταση της κοινωνικής προστασίας ή οι μισθολογικές αυξήσεις: «είναι επίσης το ζήτημα του να κάνεις δύσκολες επιλογές σε δύσκολους καιρούς […] και το να αναμένεις βιομηχανική αλλάγη».

Στην πραγματικότητα, οι μεταρρυθμιστικές προσπάθειες του Σρέντερ συνεισφέραν σε μια αύξηση της φτώχειας και της ανισότητας. Ενώ η απασχόληση αυξήθηκε τα χρόνια ύστερα απ’ τις μεταρρυθμίσεις Χαρτζ, οι νέες θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν ήταν στην πλειοψηφία τους μερικής απασχόλησης, χαμηλόμισθες κι επισφαλείς: ένας αναπτυσσόμενος αριθμός τους ήταν προσωρινές «mini-jobs».

Πολλοί υποστηρικτές των μεταρρυθμίσεων στη Γαλλία βλέπουν το γερμανικό παράδειγμα ως μοντέλο προς μίμηση. Αλλά έως τώρα, το κοινό έχει αντισταθεί στις προσπάθειες ακολούθησης του γερμανικού μονοπατιού της απορρύθμισης της αγοράς εργασίας. Αν ο Ολλάντ θέλει πράγματι να δώσει το εναρκτήριο λάκτισμα της ανάπτυξης των θέσεων εργασίας, θα ήταν καλύτερο να επιστρέψει σε μια στρατηγική υιοθετημένη από προηγούμενες Σοσιαλιστικές κυβερνήσεις στη Γαλλία: μείωση του εργάσιμου χρόνου. Αυτή ήταν η έμπνευση πίσω από την κίνηση προς τη θεσπισμένη 35ωρη εργάσιμη εβδομάδα στα τέλη της δεκαετίας του 1990 (μέσω δύο νόμων της Ομπρί, περασμένων τις χρονιές του 1998 και 2000 αντιστοίχως).

Επιδοτώντας μια μείωση των εργάσιμων ωρών της πλήρης απασχόλησης -χωρίς καμία μείωση των μισθών- η κυβέρνηση της «Πλουραλιστικής Αριστεράς» ήλπιζε να ωθήσει την ανάπτυξη θέσεων εργασίας. Ως ένα βαθμό, η προσπάθεια αυτή υπήρξε επιτυχής: την πενταετία μετά τη θέσπιση των νόμων για το 35ωρο, η Γαλλία βίωσε την μεγαλύτερη περίοδο ανάπτυξης της απασχόλησης από τη δεκαετία του 1970. Από τις σχεδόν 2 εκατομμύρια θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό τομέα που δημιουργήθηκαν εκείνα τα χρόνια, οι 300-500 χιλιάδες οφείλονταν στη νομοθεσία της μείωσης του εργάσιμου χρόνου (σύμφωνα με εκτιμήσεις της κυβέρνησης).

Φυσικά, σχεδόν από τη στιγμή που η κυβέρνηση της Πλουραλιστικής Αριστεράς θέσπισε το μέτρο, άρχισε να υποχωρεί από αυτή τη στρατηγική. Οι ίδιοι οι νόμοι της Ομπρί περιείχαν μια σειρά διατάξεων που υπονομεύαν το νομικό πρότυπο του 35ωρου. Αργότερα, οι κανονισμοί για τον εργάσιμο χρόνο απασχόλησης εξασθένισαν ακόμη περισσότερο μέσω μιας σειράς αλλαγών που εισήγαγαν οι κυβερνήσεις της Δεξίας.

Η απάντηση της εργασίας

Αλλά η στρατηγική της προώθησης της ανάπτυξης των θέσεων εργασίας, μέσω μιας μείωσης του εργάσιμου χρόνου απασχόλησης, παραμένει σχετική σήμερα. Αυτή η στρατηγική είναι ενσωματωμένη, για παράδειγμα, στην έγκληση της CGT για μια κίνηση προς μιας εργάσιμη εβδομάδα 32 ωρών -μια κίνηση που ο Phillipe Martinez, πρόεδρος της CGT, ισχυρίζεται ότι θα δημιουργήσει 4,5 εκατομμύρια θέσεις εργασίας- καθώς και αλλαγές για την τροποποίηση των κανονισμών της συλλογικής διαπραγμάτευσης, για να γίνει ακόμη δυσκολότερο για τις επιχειρήσεις να διαπραγματευτούν συμβάσεις με μη εκπροσωπούμενα συνδικάτα.

Αν η γαλλική αριστέρα ήταν ισχυρότερη, αυτού του είδους οι προτάσεις θα χρησιμοποιούνταν ως η βάση μιας ριζοσπαστικής πολιτικής [policy] ατζέντας. Σήμερα, ωστόσο, είναι πολύ ανίσχυρη για να επιδιώξει στα σοβαρά ένα τέτοιο πρόγραμμα. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, ενώ τα ποσοστά αποδοχής του Ολλάντ κατακρημνίζονται, η γαλλική ριζοσπαστική αριστερά έχει μόνο αποδυναμωθεί και κατακερματιστεί.

Ενώ μόλις πριν μια δεκαετία ήταν ικανή να ηγηθεί πραγματικών αγώνων (όπως η επιτυχημένη εκστρατεία ενάντια στη Συνθήκη για τη Θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης το 2005), η επιρροή της σήμερα είναι περισσότερο περιορισμένη, κι η βάση ακτιβιστών της μικρότερη. Τα τελευταία χρόνια, οι οργανώσεις της Αριστεράς έχουν βυθιστεί στη στασιμότητα, στιγματισμένη από περιόδους εσωτερικών κρίσεων.

Σε αυτό το πλαίσιο, το ακροδεξιό FN έχει κατορθώσει να εδραιωθεί ως η μόνη βιώσιμη εναλλακτική έναντι των κομμάτων του κατεστημένου. Το FN ελκύει τους ψηφοφόρους μέσω των ρατσιστικών του επιθέσεων σε μετανάστες, μουσουλμάνους κλπ, αλλά επίσης και μέσω των αποκηρρύξεών του των κοσμοπολίτικων ελίτ, της οικονομικής «παγκοσμιοποίησης» και του καπιταλισμού χωρίς περιορισμούς. Υπόσχεται να προστατεύσει τους Γάλλους εργάτες από τον διπλό κίνδυνο της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης και της οικονομικής απορρύθμισης.

Αυτό το είδος οικονομικού πρωτογονισμού έχει απήχηση στους ψηφοφόρους που ανησυχούν για την αυξανόμενη οικονομική ανασφάλεια: έτσι, τα τελευταία χρόνια, η άκρα δεξιά έχει σημειώσει σημαντικά κέρδη στις πρώην βιομηχανικές περιοχές της βόρειας Γαλλίας, κάποτε προπύργιο της εργατικής στήριξης προς το PS, αλλά τώρα σπίτι για έναν αναπτυσσόμενο αριθμό ακροδεξιών ψηφοφόρων.

Όλα αυτά είναι ενδεικτικά των δυσκολιών που αντιμετωπίζει η Αριστερά. Αλλά στο πλαίσιο της παλίρροιας διαδηλώσεων αυτής της άνοιξης, η μοίρα της Αριστεράς φαίνεται ν’ αλλάζει προς το καλύτερο. Πολλά θα εξαρτηθούνε στο εάν ο αγώνας ενάντια στην κυβέρνηση θα διευρυνθεί ή όχι.

Η πρόσφατη ιστορία της Γαλλίας προσφέρει πληθώρα προηγούμενων παρατεταμένων αγώνων ενάντια στα μέτρα λιτότητας. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο δεκαετιών, οι γαλλικές κυβερνήσεις έχουν δει επανειλημμένως τις μεταρρυθμιστικές τους προσπάθειες να ηττούνται από εκρηκτικές κοινωνικές διαμαρτυρίες: για παράδειγμα, στο απεργιακό κύμα του δημόσιου τομέα τον Δεκέμβριο του 1995, όταν το μεταρρυθμιστικό νομοσχέδιο του ασφαλιστικού συστήματος της διαχείρισης Ζιπέ πυροδότησε εβδομάδες διαδηλώσεων και στάσεων εργασίας, οι οποίες τελικά υποχρέωσαν τον Ζιπέ να αποσύρει τα μέτρα. Πιο πρόσφατα, οι διαμαρτυρίες, ηγούμενες από φοιτητές, ενάντια στη νεοφιλελεύθερη Σύμβαση Πρώτης Απασχόλησης το φθινόπωρο του 2006 οδήγησε μια ακόμη συντηρητική κυβέρνηση να πάρει πίσω την πρόταση.

Το 2010, ένα ακόμη μεγαλύτερο κίνημα αναπτύχθηκε σε απάντηση μιας άλλης μεταρρύθμισης του συστήματος συνταξιοδότησης, η οποία προτάθηκε από τον τότε πρόεδρο Σαρκοζί. Ωστόσο, τελικά απέτυχε να σταματήσει αυτό το νομοσχέδιο: παρόλες τις απεργίες και τις διαδηλώσεις στις οποίες ενεπλάκησαν εκατομμύρια άνθρωποι, ο Σαρκοζί αρνήθηκε να υποχωρήσει από την πρότασή του, και τα μέτρα εν τέλει πέρασαν.

Αυτή η ήττα αποτέλεσε σημαντικό πλήγμα στη γαλλική αριστερά – μια υποχώρηση απ’ την οποία ακόμη δεν έχει επανέλθει πλήρως.

Ο αγώνας σχετικά με την κυβερνητικά προτεινόμενη μεταρρύθμιση της εργασιακής νομοθεσίας φαίνεται να προσφέρει μια ευκαιρεία για την αντιστροφή της ύφεσης της Αριστεράς. Αλλά αυτό το κίνημα αντιμετωπίζει επίσης μια σειρά από σημαντικές προκλήσεις.

Μια εξ αυτών είναι η έλλειψη μιας οποιασδήποτε κοινωνικής δύναμης που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κινητήρας για τον αγώνα ενάντια στην εργασιακή νομοθεσία: για παράδειγμα, το 1995 στις απεργίες του δημόσιου τομέα ενάντια στην μεταρρύθμιση Ζιπέ, οι εργάτες των σιδηρόδρομων αποτέλεσαν την αιχμή του δόρατος. το 2006, ήταν το φοιτητικό κίνημα αυτό που ώθησε τον αγώνα προς τα εμπρός. και το 2010, οι απεργοί εργάτες των διυλιστήριων οι οποίοι πάγωσαν για λίγο τη διανομή πετρελαίου στα πρατήρια βενζίνης σε όλη τη χώρα.

Σήμερα δεν είναι ξεκάθαρο ποιος θα μπορούσε να παίξει αυτόν τον ρόλο. Δεν υπάρχει κάποια εμφανής κοινωνική δύναμη με την ικανότητα να αποτελέσει την αιχμή του δόρατος ενός κινήματος όπως αυτό. Οι λαϊκές οργανώσεις είναι αδύναμες, κι ύστερα από χρόνια οικονομικής αναδιάρθρωσης και μείωσης της συνδικαλιστικής πυκνότητας, η εργασία έχει χάσει μεγάλο μέρος της ικανότητάς της να κινητοποιεί κόσμο στους χώρους εργασίας ενάντια στη διοίκηση.

Αυτή η ύφεση επιδεινώνεται από την αναπτυσσόμενη διάσπαση στην καρδιά του εργατικού κινήματος, ανάμεσα στα πιο μετριοπαθή «ρεφορμιστικά» συνδικάτα, ηγούμενα από τη Γαλλική Δημοκρατική Συνομοσπονδία Εργασίας (CFDT, η δεύτερη συνδικαλιστική συνομοσπονδία της Γαλλίας), και τις πιο μαχητικές ομοσπονδίες, ηγούμενες από τη CGT.

Από την εκλογή του Ολλάντ, η CFDT έχει παραμείνει στενός σύμμαχος της διαχείρισής του, κι έχει υπογράψει με συνέπεια τις περισσότερο επίμαχες μεταρρυθμιστικές του προτάσεις. Αυτό έχει επιτρέψει στον Ολλάντ να παρουσιάσει τις μεταρρυθμίσεις του ως θριάμβους του «κοινωνικού διαλόγου» και της ταξικής συνεργασίας.

Η CGT από την άλλη, έχει υπάρξει ένας ηχηρός επικριτής των κυβερνητικών προσπαθειών μεταρρύθμισης. Σήμερα, η CGT παραμένει η μεγαλύτερη και περισσότερο εμφανής δύναμη της ριζοσπαστικής αριστεράς στη Γαλλία. Αντιτίθεται σθεναρά στο εργασιακό νομοσχέδιο. Από τον Φεβρουάριο, ο πρόεδρος της CGT, Phillipe Martinez, έχει επιμείνει ότι το συνδικάτο του δεν θα αποδεχτεί τίποτα λιγότερο από μια «απόσυρση του κειμένου».

Την ίδια στιγμή, η CGT έχει προτείνει μια «συνδικαλιστική σύγκλιση» για το μπλοκάρισμα του εργασιακού νομοσχεδίου – μια πρόταση στοχευμένη κυρίως προς τη CFDT. Αλλά ύστερα από την αρχική του απόρριψη του νομοσχεδίου, ο πρόεδρος της CFDT, Laurent Berger, άλλαξε στάση και δήλωσε ότι η δεύτερη εκδοχή του νομοσχεδίου αποτελεί «ενδεχομένως» ένα βήμα προς την «πρόοδο για τη νεολαία και τους απασχολούμενους».

Η άρνηση της CFDT να συμμετάσχει στον αγώνα σημαίνει ότι η οργανωμένη εργασία δεν θα μπορέσει να παρουσιάσει ένα ενωμένο πρόσωπο απέναντι στην κυβέρνηση. Αναπόφευκτα, αυτό θα οδηγήσει σε ερωτήματα σχετικά με το εάν η μαχητική πτέρυγα του εργατικού κινήματος μπορεί να διεξάγει μόνη της μια πραγματική μάχη – κάτι που η CGT δεν είχε μπορέσει να κάνει στο παρελθόν όταν είχε απομονωθεί στην αντίρρησή της στις συνεχείς μεταρρυθμίσεις.

Αυτό υπήρξε ένα από τα κεντρικά σημεία συζήτησης στο εθνικό συνέδριο της CGT την περασμένη εβδομάδα. Οι χίλιοι αντιπρόσωποι που μαζεύτηκαν στην Μασσαλία ήταν απογοητευμένοι από την ανικανότητα της συνομοσπονδίας να θέσει εμπρός μια ξεκάθαρη στρατηγική για την ματαίωση του εργασιακού νομοσχεδίου.

Πολλοί εξ αυτών ήθελαν το συνδικάτο να καλέσει σε μια συνεχή γενική απεργία (δηλαδή, περισσότερο από 24ωρη απεργία). Η ηγεσία της συνομοσπονδίας πρότεινε να βγάλει ένα πιο περιορισμένο κάλεσμα για συναντήσεις στους χώρους εργασίας για τη συζήτηση των επόμενων βημάτων του αγώνα.

Ο Martinez αμφισβήτησε το κατά πόσον μπορούσε η ομοσπονδία να ανταπεξέλθει σε ένα κάλεσμα για γενική απεργία, λέγοντας στους αντιπροσώπους «να ενισχυθεί κάθε κοινωνικό κίνημα, θέτοντας το ζήτημα της γενικής απεργίας… Όλοι συμφωνούν σ’ αυτό… Αλλά ας είμαστε ειλικρινείς μεταξύ μας, η γενική απεργία δεν θα αποφασιστεί στο Μοντρέιγ [όπου βρίσκονται τα κεντρικά γραφεία της CGT]».

Τελικά, οι αντιπρόσωποι ψήφισαν να βγάλουν ένα συμβιβαστικό κείμενο, καλώντας σε συμμετοχή στη σημερινή ημέρα δράσης, καθώς και σε μαζικές συζητήσεις σε κάθε χώρο εργασίας για να αποφασιστεί η καλύτερο μέθοδος για την εμβάθυνση του αγώνα – και, ενδεχομένως, να εξεταστεί μια παρατεταμένη απεργιακή δραστηριότητα για να υποχρεώσουν την απόσυρση του νομοσχεδίου.

Σημείο καμπής

Δεν είναι ξεκάθαρο το αν θα προκύψει κάτι από αυτό το κάλεσμα. Η σημερινή προσέλευση [στην ημέρα δράσης] αποτελεί ένα σημαντικό τεστ: αν οι διαμαρτυρίες είναι αρκετά μεγάλες για να γίνουν ορατές στο κοινό, θα είναι ένα δείγμα ότι το κίνημα είναι ισχυρό. Μια μικρή προσέλευση, ωστόσο, θα οδηγήσει πολλούς στο συμπέρασμα ότι ο αγώνας ενάντια στο εργασιακό νομοσχέδιο εκτονώθηκε.

Οι ερχόμενες εβδομάδες είναι καθοριστικές. Αν η κυβέρνηση σταθεί ικανή να προωθήσει τις μεταρρυθμίσεις της σχετικά εύκολα, θα συμπιέσει τις ελπίδες για μια αναβίωση της αριστεράς. Μια τέτοια ήττα θα ενισχύσει την πεποίθηση ότι τα μαζικά κοινωνικά κινήματα -σαν αυτά που ξέσπασαν επανειλλημένως μεταξύ του 1995 και 2010- δεν μπορούν πλέον να επιβραδύνουν την παλίρροια της φιλελευθεροποίησης. Ο μεγαλύτερος ευεργετούμενος θα είναι πιθανόν το FN, του οποίου ο ισχυρισμός ότι είναι η μόνη εναλλακτική έναντι των κομμάτων του κατεστημένου θα φανεί να επιβεβαιώνεται.

Από την άλλη, το κίνημα έχει μια σειρά πραγμάτων που του βαίνουν καλώς. Η κυβέρνηση δεν βρίσκεται σε μια ισχυρή πολιτική θέση – βρίσκεται παγιδευμένη ανάμεσα σε σκληροπυρηνικούς εκ Δεξιών και σε πολλούς επικριτές εκ Αριστερών. Οι αντίπαλοι του εργασιακού νομοσχεδίου κολυμπούν στο κύμα της κοινή γνώμης τώρα. Αυτή η αντίσταση έχει ενισχυθεί από τα γεγονότα της άνοιξης.

Αν το κίνημα ενάντια στο εργασιακό νομοσχέδιο μπορεί να χαράξει ένα δρόμο προς τα εμπρός, έχει τη δυνατότητα να αλλάξει την πολιτική κατάσταση στη Γαλλία. Η ήττα της κυβέρνησης θα αποτελέσει σημάδι δραματικής αλλαγής. Θα δημιουργήσει ένα πλαίσιο εντός του οποίου η ριζοσπαστικοποίηση που βρίσκεται ενσωματωμένη στο φοιτητικό κίνημα και τη Nuit Debout θα βαθύνει και θα επεκταθεί.

Το να φτάσει σ’ αυτό το σημείο δεν είναι εύκολο. Αλλά τα γεγονότα των τελευταίων δύο μηνών έχουν δείξει ότι υπάρχει ακόμη αρκετή λαϊκή οργή για να αμφισβητηθεί το γαλλικό κεφάλαιο.

Σημειώσεις:

1. [Σ.τ.Μ.]: Η Πλουραλιστική Αριστερά [Plural Left] ήταν κυβέρνηση συνασπισμού στη Γαλλία την περίοδο 1997-2002. Αποτελούνταν από το PS, το Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας (PCF), τους Πράσινους (LV), το Ριζοσπαστικό Αριστερό Κόμμα (PRG) και το Κίνημα Πολιτών (MDC).

2. [Σ.τ.Μ.]: Η συγκυβέρνηση του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας (SPD) με τους Πράσινους/Συμμαχία ’90.

3. [Σ.τ.Μ.]: Πολιτική θέση συγγενική με το κέντρο η οποία προσπαθεί να συμφιλιώσει τη δεξιά οικονομική πολιτική με την αριστερή κοινωνική πολιτική. Στηρίζεται από διάφορους σοσιαλδημοκράτες και κοινωνικούς φιλελεύθερους. Εκ των μεγαλύτερων υποστηρικτών του Τρίτου Δρόμου θεωρούνται ο Τόνι Μπλερ κι ο Ματέο Ρέντσι.