Home / ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ / Cyber-Proletariat – Μια συνέντευξη με τον Nick Dyer-Witherford
Untitled-3

Cyber-Proletariat – Μια συνέντευξη με τον Nick Dyer-Witherford

Παραθέτουμε παρακάτω μετάφραση της συνέντευξης που έδωσε ο Nick Dyer-Witherford στο ηλεκτρονικό περιοδικό Viewpoint στις 8 Σεπτεμβρίου 2015 με αφορμή την έκδοση του νέου βιβλίου του με τίτλο Cyber-Proletariat: Global Labour in the Digital Vortex. Η μετάφραση κι αρχική δημοσίευση  στα ελληνικά έχει γίνει από το project 2008-2012.

Gavin Mueller: Το βιβλίο σου Cyber-Marx του 1999 αποτελεί μια εξαιρετική σύνοψη του αυτόνομου μαρξισμού και του μεταεργατισμού, καθώς και μια επιχειρηματολογία για τη σημασία τους σε σχέση με τους αγώνες εναντίον του καπιταλισμού, στους οποίους όλο και περισσότερο διαχέεται η τεχνολογία πληροφοριών και επικοινωνιών. Με το Cyber-Proletariat, είσαι λιγότερο αισιόδοξος σχετικά με τον εναγκαλισμό της κυβερνητικής από τον μετα-εργατισμό. Μπορείς να εξηγήσεις τη μετατόπισή σου; Τι έχει κάνει τις τεχνολογίες πληροφορίας και επικοινωνίας να εμφανίζονται ως μεγαλύτερη απειλή για την παγκόσμια εργατική τάξη;

Nick Dyer-Witheford: Η μετατόπισή μου αντικατοπτρίζει τη συμμετοχή σε δύο στιγμές αγώνα – αρχικά, στην εναλλακτική παγκοσμιοποίηση από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2000· και, στη συνέχεια, από το 2008 και μετά, στις νέες κοινωνικές αντιθέσεις και τους αγώνες που αναδύονται στον απόηχο της οικονομικής κατάρρευσης. Και οι δύο αγώνες έχουν αποκαλύψει νέες δυνατότητες και νέα προβλήματα για τα αντικαπιταλιστικά κινήματα που προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν τεχνολογίες κυβερνητικής. Από τη μία πλευρά, υπήρξε η προφανής και πολυσυζητημένη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των δικτύων κινητής τηλεφωνίας σε ό,τι θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε εξεγέρσεις του 2011 – στις ταραχές, τις απεργίες, τις καταλήψεις. Από την άλλη, όλα αυτά τα γεγονότα αποκαλύπτουν την ίδια στιγμή τις δυσκολίες που μπορεί να προκύψουν από τη χρήση αυτών των τεχνολογιών ως οργανωτική μήτρας – για παράδειγμα, αυτό που μπορούμε να αποκαλέσουμε σύνδρομο «υψώθηκε σαν πύραυλος, γκρεμίστηκε σαν ραβδί» που χαρακτηρίζει μερικά από τα κινήματα του 2011. Επίσης, κατά τη διάρκεια αυτού του κύκλου, και ιδιαίτερα μετά τις αποκαλύψεις Σνόουντεν στη Βόρεια Αμερική, αποκαλύφθηκε το εύρος και η ένταση της επιτήρησης, στο οποίο είναι πιθανό να υπόκεινται αγωνιστές εντός του milieu της κυβερνητικής.

Υποβόσκον στα εν λόγω σημεία -που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε σημεία τακτικής σχετικά με τη χρήση των τεχνολογιών κυβερνητικής από τα επαναστατικά κινήματα- βρίσκεται ένα άλλο ευρύτερο, πιο στρατηγικό σημείο: οι αλλαγές στην ταξική σύνθεση, οι οποίες συντελέστηκαν με όρους αναδιάρθρωσης του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού από το κεφάλαιο με τη χρήση αυτοματισμών και δικτύων και, στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, δίκτυων αυτοματισμών. Το Cyber-proletariat αρχίζει με το ζήτημα του κύρους και της σημασίας της «επανάστασης του Facebook» ως σχήμα λόγου, αλλά στη συνέχεια μετακινείται σε μια προσπάθεια ανάλυσης της βαθύτερης επίδρασης της κυβερνητικής στην αναδιάρθρωση της εργασιακής δύναμης εντός του προηγμένου καπιταλισμού.

GM: Αυτό με φέρνει στην επόμενη ερώτηση μου. Πρόκειται κατά κύριο λόγο για ένα βιβλίο σχετικά με την ταξική σύνθεση στον 21ο αιώνα. Σχεδόν κάθε κεφάλαιο υφαίνει τις διάφορες μορφές εργασίας που δημιουργούν τις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες των αντικειμένων της κυβερνητικής όπως τα κινητά τηλέφωνα και οι ιστότοποι κοινωνικής δικτύωσης – ανθρακωρύχοι στον Αμαζόνιο, επόπτης περιεχόμενου στις Φιλιππίνες, προγραμματιστές εφαρμογών στο Σαν Φρανσίσκο. Υπάρχουν η δυνατότητα τέτοιες απομακρυσμένες χωρικά ποικιλόμορφες εργασίες, «εσωτερικά ραβδωμένες και διασπασμένες» όπως το θέτεις, να ενωθούν πολιτικά; Είναι δυνατόν να υπάρξουν κοινά συμφέροντα με τέτοιες αποκλίσεις στην «υποκειμενικότητα»ια λέξη που χρησιμοποιείς πολλές φορές- μεταξύ αυτών των εργαζομένων;

NDW: Η πορεία της παγκόσμιας ταξικής αναδιάρθρωσης που το κεφάλαιο έχει αναλάβει τα τελευταία 40 χρόνια υπήρξε μια πορεία εντατικοποιημένης διαφοροποίησης και ανισότητας. Αυτό έχει λάβει τη μορφή της διακλάδωσης της εργασιακής δύναμης μεταξύ ενός ανερχόμενου κινητικού τομέα επαγγελματιών και, από την άλλη πλευρά, μιας απέραντης θάλασσας ανασφαλούς, προσωρινής χαμηλόμισθης προλεταριοποιημένης εργασίας. Αυτό αποτέλεσε μια εντυπωσιακή διάσπαση μέσα ό,τι γινόταν αντιληπτό στο παρελθόν -ακόμα και κάπως μυθοποιημένα- ως δυνητική αλληλεγγύη μεταξύ της βιομηχανικής μαζικής εργασιακής δύναμης. Αυτή η διάσπαση εντείνεται επίσης από την κατανομή της εργασιακής δύναμης σε όλες τις πολλαπλές μισθολογικές ζώνες που διαπερνώνται από τις εφοδιαστικές αλυσίδες του παγκόσμιου κεφαλαίου. Την ίδια στιγμή, ενώ οι ανισότητες μεταξύ αυτών των δύο στρωμάτων αυξάνονται – τις ενδιάμεσες επαγγελματικές τάξεις και τις προλεταριοποιημένες εργασιακές δυνάμεις – η ακόμα μεγαλύτερη ανισότητα είναι, φυσικά, μεταξύ πλουτοκρατικού κεφαλαίου και των δύο αυτών τμημάτων.

Ως εκ τούτου, υπάρχουν ζητήματα πραγματικού ανταγωνισμού μεταξύ αυτών των διαφορετικών κλασμάτων της εργασίας του κεφαλαίου, αλλά και ταυτόχρονα δυνατότητες για μορφές συνεργασίας. Πολύ περισσότερο, διότι αυτό που βλέπουμε να αναδύεται ολοένα και περισσότερο είναι μια σειρά διαφόρων επαναπρολεταριοποιήσεων των επαγγελματικών στρωμάτων – πολύ ορατό μέσα στο πλαίσιο του πανεπιστημίου, στο οποίο άνθρωποι με φιλοδοξίες επαγγελματικής σταδιοδρομίας βρίσκονται παγιδευμένοι στα γκέτο της επισφαλούς εργασίας· η περίφημη κατάσταση του απόφοιτου χωρίς μέλλον, που παρατίθεται από τον Paul Mason ως μια κρίσιμη δυναμική του 2011.

Έτσι, αυτό που είδαμε κατά τη διάρκεια του κύκλου του 2011 ήταν η ανάδυση τόσο των πιθανών συμμαχιών όσο και των πιθανών ανταγωνισμών στο εσωτερικό αυτού του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού. Αναμφίβολα υπήρξαν στιγμές στις μεγάλες καταλήψεις, όπως της πλατείας Ταχρίρ, όπου κατά την κινητοποίηση δημιουργήθηκε ευρεία αλληλεγγύη μεταξύ των διαφορετικών στρωμάτων εναντίον ενός κλεπτοκρατικού αυταρχικού καθεστώτος. Σε άλλα μέρη, όπως η Βρετανία του 2011, πτυχές αγώνα κινούνταν παράλληλα, αλλά χωρίς να συναντηθούν. Έχουμε την έκρηξη ισχυρών φοιτητικών ταραχών στις πανεπιστημιουπόλεις, και στη συνέχεια ταραχές στις πόλεις από τα πιο αποκλεισμένα και στερημένα κομμάτια. Και οι δύο έχουν ισχυρή απήχηση ως διαμαρτυρίες εναντίον του καθεστώτος λιτότητας, αλλά λαμβάνουν χώρα σχεδόν σε διαχωρισμένους κόσμους, και μερικές φορές επικρατεί μεγάλη καχυποψία και εχθρότητα μεταξύ τους. Και τότε ακόμα, σε άλλα πλαίσια, βλέπει κανείς καταστάσεις στις οποίες υιοθετούνται τακτικές των καταλήψεων του 2011 από στρώματα της μεσαίας τάξης που αγωνίζονται να διατηρήσουν μερικά από προνόμιά τους, για παράδειγμα, στην Ταϊλάνδη και τη Βενεζουέλα.

Αυτός είναι ένας μακροσκελής τρόπος για να πούμε ότι αντικρύζουμε ένα εξαιρετικά αντιφατικό σύνολο ταξικών σχηματισμών που θέτουν πολύ σοβαρά οργανωτικά ζητήματα για τα κινήματα με κομμουνιστικό προσανατολισμό, ζητήματα που δεν νομίζω ότι απαντήθηκαν με επιτυχία στα κινήματα του 2011, αν και αυτά τα κινήματα έθεσαν τα ζητήματα στην οξύτερή τους μορφή.

GM: Μετριάζεις ορισμένες από τις προηγούμενες εργασίες σου στην αυτονόμη μαρξιστική θεωρία με μια δέσμευση στη θεωρία της κομμουνιστικοποίησης όπως παρουσιάζεται σε περιοδικά όπως Tiqqun, SIC και Endnotes. Πώς αυτή η συλλογή εργασιών συμπληρώνει ή τροποποιεί την αυτόνομη θεωρία;

NDW: Η αυτονομία και η θεωρία της κομμουνιστικοποίησης αποτελούν αναμφισβήτητα τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές της θεωρητικοποίησης του κομμουνιστικού κινήματος σήμερα και σε μεγάλο βαθμό ασκούν κριτική η μια στην άλλη. Η αυτονομία τονίζει τον ανταγωνισμό των εργατών απέναντι στο κεφάλαιο. Η θεωρία της κομμουνιστικοποίησης επιμένει ότι πρέπει να κατανοήσουμε ότι οι εργάτες αποτελούν επίσης τμήμα του κεφαλαίου. Η αυτονομία πάντοτε τόνιζε και εκθείαζε την κυκλοφορία των αγώνων μεταξύ διαφορετικών ομάδων εργαζομένων. Η θεωρία της κομμουνιστικοποίησης μας υπενθυμίζει ότι, όπως ακριβώς συζητούσαμε προηγουμένως, αυτά τα τμήματα της εργατικής τάξης μπορεί συχνά να είναι ανταγωνιστικά μεταξύ τους.

Θα πω ότι και οι δύο αυτές πτυχές της θεωρίας έχουν τα χαρακτηριστικά προβλήματά τους. Η αυτονομία είναι χρονίως αισιόδοξη, πάντα πρόθυμη να δει την άνοιξη από ένα χελιδόνι. Η θεωρία της κομμουνιστικοποίησης έχει μια πολύ μελετημένη μελαγχολία. Κατά κάποιο τρόπο, το βιβλίο αυτό αποτελεί μια προσπάθεια να θέσει σε κίνηση μια συνομιλία, την οποία εγώ ο ίδιος είχα με τον εαυτό μου καθώς διάβαζα, μια συνομιλία μεταξύ αυτών των δύο δίδυμων όψεων του υπερ-αριστερισμού, προκειμένου να δούμε τι προέκυψε από αυτή.

GM: Θα μπορούσες να μας πεις κάτι παραπάνω για το πώς βλέπεις αυτή τη μελαγχολία ως αδυναμία της θεωρίας της κομμουνιστικοποίησης;

NDW: Το στοιχείο της θεωρίας της κομμουνιστικοποίησης, στο οποίο είμαι περισσότερο επικριτικός, είναι αυτό που στην πραγματικότητα μοιράζεται σε κάποιο βαθμό με την αυτονομία: την απόρριψη αυτού που αποκαλεί προγραμματισμό και τη σχολαστική άρνησή της να περιγράψει μια οποιαδήποτε διαδρομή προς την κομμουνιστική κατάσταση πέρα από την άμεση κατάργηση της εμπορευματικής μορφής. Πιστεύω ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να πείσει κάποιος τους ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού του, να ξεκινήσουν τo χρονοβόρo, απαιτητικό, και, σε καταστάσεις κρίσης, επικίνδυνο έργο της απόπειρας δημιουργίας μιας νέας κοινωνίας, χωρίς να έχει καμία προσωρινή ιδέα για το πώς μπορεί να μοιάζει κάτι τέτοιο.

Μάλιστα, θα έλεγα ότι αυτό που είδαμε πρόσφατα στην Ελλάδα, το οποίο μπορεί να εκληφθεί από τη μια πλευρά ως αποτυχία της κλασικής σοσιαλδημοκρατικής εκλογικής στρατηγικής, δείχνει επίσης εντελώς σοβαρά τα προβλήματα που μπορεί να προκύψουν, όταν υπάρχει απόρριψη κάθε απόπειρας μεταβατικού στοχασμού των διάφορων σταδίων και φάσεων του κινήματος της αντικαπιταλιστικής πάλης. Γι’ αυτό και δεν υποστηρίζω εντελώς το κομμάτι της θεωρίας της κομμουνιστικοποίησης όπου οι συμμετέχοντες, των οποίων το έργο κατά τα άλλα θαυμάζω, μάλλον απαλλάσσουν τον εαυτό τους από το να κάνει μια σκληρή δουλειά.

Βρίσκω πολύ πιο συμπαθητικές σε αυτό το πεδίο ομάδες όπως το Σχέδιο Γ στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι οποίες αναγνωρίζουν ότι πράγματι χρειάζεται συλλογικά ως κίνημα να σκεφτούμε πάνω στα ζητήματα της μετάβασης, αλλά με έναν μη δογματικό και διερευνητικό τρόπο. Yιοθετώντας τον, θα πρέπει να παραδεχτούμε τον τεράστιο βαθμό αβεβαιότητας που θα συνόδευε κάθε κρίση, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείζονες μετασχηματισμούς.

GM: Έχει γίνει κάπως κοινότοπο να εξετάζεται η αύξηση της επισφάλειας και της τεχνολογικής ανεργίας υπό ένα κάπως θετικό φως. Πολύ πρόσφατα, ο Βρετανός δημοσιογράφος Paul Mason έγραψε ένα μεγάλο άρθρο στην εφημερίδα The Guardian κάνοντας την πρόβλεψη ότι ένα μετα-καπιταλιστικό μέλλον πέρα από την εργασία δημιουργείται μπροστά στα μάτια μας. Σε ένα διαφορετικό πνεύμα, η θεωρία της επιτάχυνσης [accelarationist theory] ενστερνίζεται την εμβάθυνση της υπαγωγής των κοινωνικών σχέσεων στον καπιταλισμό και τις τεχνολογίες του. Πώς το έργο σου απαντάει σε αυτού του είδους τα επιχειρήματα;

NDW: Υποδεικνύουν μια πραγματικότητα, την οποία πολλοί άλλοι ριζοσπάστες στοχαστές έχουν υποδείξει: είναι σαφές ότι ο καπιταλισμός δημιουργεί δυνατότητες -και όχι μόνο τεχνολογικές, αλλά και οργανωτικές δυνατότητες- οι οποίες θα μπορούσαν να μετασχηματιστούν και να προσαρμοστούν στη δημιουργία ενός πολύ διαφορετικού είδους κοινωνίας. Προφανές παράδειγμα αποτελούν οι τεράστιες δυνατότητες απελευθέρωσης χρόνου εξαιτίας της αυτοματοποίησης ορισμένων τύπων εργασίας. Για μένα, το πρόβλημα τόσο με το έργο του Paul, το οποίο σέβομαι, και με τους οπαδούς της θεωρίας της επιτάχυνσης είναι ότι αποτυγχάνουν να αναγνωρίσουν ότι το πέρασμα από τη δυνητικότητα στην πραγματοποίηση αυτών των κομμουνιστικών δυνατοτήτων συνεπάγεται τη διέλευση αυτού που ο William Morris περιγράφει ως «ποτάμι φωτιάς». Δεν βρίσκω στην εργασία τους και πολλά για αυτό το ποτάμι φωτιάς. Νομίζω ότι θα ήταν λογικό να υποθέσουμε ότι θα υπάρξει μια περίοδος μαζικής και παρατεταμένης κοινωνικής κρίσης που θα συνοδεύσει την εμφάνιση αυτών των νέων μορφών. Και όπως γνωρίζουμε από τις ιστορικές απόπειρες του 20ου αιώνα να διασχιστεί αυτό το ποτάμι φωτιάς, πολλά εξαρτώνται από το τι συμβαίνει κατά τη διάρκεια της διέλευσης. Έτσι, υπάρχει, αν θα μπορούσε να ειπωθεί έτσι, και στις δυο αυτές σχολές ένας ορισμένος αυτοματισμός κατά την πρόβλεψη της πραγματοποίησης της νέας τάξης, σε σχέση με τον οποίο θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί.

GM: Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου σου ασχολείται με την οργάνωση των προλεταριακών αγώνων. Οι αγώνες αυτοί, υποστηρίζεις, πρέπει να προσαρμοστούν στην εμπόλεμη περίοδο, σε αυτή την υποβλητική αλληγορία του ποταμού φωτιάς. Επίσης, οραματίζεσαι μια δικτυακή παρά μια ιεραρχική μορφή οργάνωσης. Μπορείς να πεις περισσότερα για το μέλλον της οργάνωσης; Υπάρχουν παραδείγματα εκείνου του είδους αναδυόμενων μορφών τις οποίες μπορείς να υποδείξεις;

NDW: Κατονόμασες μερικές από τις προκλήσεις, οι οποίες κατά τη γνώμη μου αφορούν τους όρους με τους οποίους σκεφτόμαστε τις νέες οργανωτικές μορφές, προκλήσεις που εκμαιεύονται από τα διλήμματα των αγώνων του 2011. Μεταξύ αυτών, μια πρόκληση που έβαλα πολύ κοντά στην κορυφή της λίστας είναι η ανάγκη για την εμφάνιση νέων μορφών εργατικής οργάνωσης, οι οποίες να μπορούν να λαμβάνουν καλύτερα υπόψη τις πραγματικότητες της επισφαλούς εργασίας και της ανεργίας. Ήδη μια ποικιλία μορφών είναι σε εξέλιξη τόσο όσον αφορά τις απόπειρες, των οποίων έχω επίγνωση (και εδώ θα μιλήσω από την καναδική πλεονεκτική θέση μου), ορισμένων μεγάλων συνδικάτων τα οποία, έστω και μόνο για λόγους αυτοσυντήρησης, προσπαθούν να ανοίξουν περισσότερο στην επισφάλεια ολοένα και περισσότερων μελών τους. Αλλά υπάρχουν επίσης πρωτοβουλίες που προέρχονται εκτός των καθιερωμένων συνδικάτων, από τους ίδιους τους επισφαλείς εργαζομένους, και αναζητούν νέες μορφές. Έτσι, πρώτον, υπάρχει μια τεράστια πρόκληση όσον αφορά τον την οργάνωση του χώρου εργασίας [workplace] – ή της μη χωροθετημένης εργασίας [unplaced work].

Το δεύτερο πράγμα που προτείνω είναι η ανάγκη μιας επανεκτίμησης των τακτικών ψηφιακής οργάνωσης: μια σαφέστερη αναγνώριση της αναγκαιότητας μιας τέτοιας οργάνωσης, επειδή πράγματι ζούμε σε μια μορφή καπιταλισμού όπου η κοινωνική ζωή υπάγεται στην κυβερνητική. Αλλά και η ανάγκη για εκτίμηση των περιορισμών και των κινδύνων αυτών των μορφών οργάνωσης.

Προτείνω επίσης ότι αυτή η εξέλιξη φαίνεται να αποτελεί τη στιγμή για να σκεφτούμε πολύ σοβαρά νέες οργανωτικές συνθέσεις που θα μπορούσαν να υπερβούν τη ρήξη κάθετου-οριζόντιου, η οποία φυσικά είναι μια ρήξη που διαρκεί αιώνες, αλλά τώρα φαίνεται ότι είναι ιδιαιτέρως αναγκαίο να πάει πιο πέρα. Χωρίς να συνεπαίρνομαι, παίρνω κουράγιο από αυτό που βλέπω όσον αφορά πειραματισμούς με διάφορες μορφές μετωπικών οργανώσεων, ορισμένες από τις οποίες δραστηριοποιούνται εδώ στο Οντάριο, οι οποίες φέρνουν κοντά με διστακτικό, προσωρινό και πειραματικό τρόπο ανθρώπους από το κίνημα Occupy, το εργατικό κίνημα, και μια σειρά άλλων κοινωνικών κινημάτων.

Έχουμε ήδη αναφέρει ένα τέταρτο σημείο, τη σημασία της ανάπτυξης μιας νέας μη δογματικής προσέγγισης σε σχέση με τον οραματισμό αυτού που θα μπορούσε ειλικρινά να αποκαλεστεί μεταβατική στρατηγική – Σχέδια Γ. Το πέμπτο, και τελευταίο, σημείο, το οποίο πράγματι είναι αυτό με το οποίο ξεκίνησες, η εμπόλεμη περίοδος, αποτελεί απλά μια πρόταση: υπάρχει ανάγκη να είμαστε καλύτερα προετοιμασμένοι για πραγματικά μεγάλες κρίσεις και για το είδος των κινδύνων και των περασμάτων που αυτά συνεπάγονται. Η παρατήρησή μου είναι ότι, σίγουρα στη Βόρεια Αμερική, αυτό που αποκαλείται «αριστερά» εξεπλάγη εντελώς με ό,τι συνέβη το 2008. Είχαμε μια τεράστια κρίση του κεφαλαίου. Όμως οργανωτικά, σε μεγάλο βαθμό λόγω της φθοράς εξαιτίας του νεοφιλελευθερισμού, υπήρξε μια πραγματική αδυναμία να αδράξουμε την ιστορική στιγμή. Φαίνεται πολύ πιθανό ότι θα υπάρξουν επιπλέον ιστορικές στιγμές κρίσης, ενδεχομένως σύντομα. Υπάρχουν πολλά να μάθει κανείς από τις εμπειρίες συντρόφων σε μέρη όπως η Συρία, η Τουρκία, η Ουκρανία: μέρη όπου, στον βαθμό που προοδευτικές οργανώσεις εξακολουθούν να λειτουργούν σε καταστάσεις μοιραίας πόλωσης και εμφυλίου πολέμου, οι σύντροφοι μαθαίνουν να αντιμετωπίζουν ζητήματα δυνητικά μοιραίας επιτήρησης, κρυπτογράφησης, έλεγχου, πιστοποίησης εντός ενός ψηφιακού περιβάλλοντος, έτσι ώστε να λειτουργούν σε αυτές τις πολύ ακραίες συνθήκες. Νομίζω ότι πρέπει να σκεφτούμε πολύ σοβαρά σε σχέση με αυτό, και να προετοιμαστούμε σοβαρά.

GM: Σπεύδω να προσθέσω ότι, ενώ η συνομιλία μας ήταν αρκετά θεωρητική, το βιβλίο σου αποτελεί ένα θαυμάσιο κατάλογο μιας ποικιλίας αγώνων και γεμάτο εμπειρικά στοιχεία που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για όποιον έχει παρακολουθήσει ή συμμετάσχει σε αγώνες, ιδίως από το 2008 και μετά.

NDW: Το βιβλίο συνιστά μια προσπάθεια διευθέτησης ορισμένων αγώνων και διλημμάτων που ανέκυψαν ιδίως κατά τα τελευταία επτά χρόνια, και γενικότερα τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, από τη θέση ενός ακαδημαϊκού συμμετέχοντα σε μερικά από τα γεγονότα που περιγράφω. Είναι ένα βιβλίο που είναι πάρα πολύ εν κινήσει, και φοράει αντιφάσεις στα μανίκια του· γιατί πρέπει να είμαστε σε θέση να μιλάμε για αντιφάσεις και συγκρούσεις μέσα στο κίνημα, ώστε να είμαστε σε θέση να μετακινηθούμε πέρα από αυτό που, προς το παρόν, μοιάζει με αδιέξοδο.

Ο Nick Dyer-Witheford είναι Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Πληροφορικής και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Πανεπιστημίου του Δυτικού Οντάριο. Είναι ο συγγραφέας του Cyber-Marx: Cycles and Circuits of Struggle in High Technology Capitalism (Chicago: University of Illinois, 1999) και Cyber-Proletariat: Global Labour in the Digital Vortex (London: Pluto Press, 2015).

Ο Gavin Mueller είναι μεταπτυχιακός φοιτητής στην Washington, DC.